Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Ικαριακές γαϊδουρινές ιστορίες




Κάποτε ένας χρειάστηκε να κάνει μία αγροτική εργασία σε δύσβατη περιοχή και δανείστηκε το γάιδαρο ενός γείτονά του, για να μπορέσει να μετακινηθεί. Όταν τελείωσε τη δουλειά, σκέφτηκε για να ευχαριστήσει το ζώο, να το ταΐσει με ένα κουβά με καλαμπόκι. 

Άμαθος όμως το τάισε πολύ και αυτό βαρυστομάχιασε. Για να κάνει το γαϊδούρι να χωνέψει, με κάτι άλλους το έδεσαν πίσω από ένα ταξί και με χαμηλή ταχύτητα ο ταξιτζής πήγαινε βόλτα το γαϊδούρι για να χωνέψει. Μάταια όμως. Τότε πετάχτηκε ένας και είπε να κάνουν κλύσμα στο γάιδαρο, να ενεργηθεί και να ξαλαφρώσει. Μάλιστα βρήκε μία σωλήνα, πέρασε με λάδι και γράσο το στόμιό της, ώστε να γίνει εφικτή η διείσδυσή της στο ζώο με ελαχιστοποίηση του πόνου και έκανε το κλύσμα.

Το αποτέλεσμα ήταν να ενεργηθεί το ζώο και να λούσει με ένα κύμα τσίρλας τον έχοντα τη φαεινή ιδέα.

Η εξέλιξη ήταν ότι λίγο αργότερα το ζώο άφησε την τελευταία του πνοή και ο ιδιοκτήτης του ζήτησε από αυτόν που το είχε δανειστεί να πληρώσει για να αποζημιωθεί. "Ήσκασεν ο γάδαρός μου και εν έχω άλλον, αφού στον ήδωσα, τώρα πλέρωσέ με για να πάρω άλλον".

Δεν έχω λεφτά, είμαι σε περίοδο μεγάλων εξόδων και στενότητας, απάντησε ο παμπόνηρος, που ξέροντας την αδυναμία του ιδιοκτήτη του γαϊδάρου προς το «ασθενές φύλλο», αν και παντρεμένος, του έκανε την πρόταση να ρεφάρουν, με το να του παραχωρήσει τη σύζυγό του για να τη «βολέψει».
Ο γνωστός στην ιστορία του νησιού (μακαρίτης πιά) μουρντάρης δέχτηκε αμέσως. 

Οι μέρες πέρναγαν, η σύζυγος δεν τον επισκέπτονταν για να «ξεχρεωθεί» ο γάιδαρος (επιπλέον υπήρχε η δυσκολία ότι ήταν παντρεμένος, άρα η "δουλειά" έπρεπε να γίνει στο σπίτι του "οφειλέτη") και τότε πήγε και χτύπαγε το παράθυρο του γείτονά του. Αυτός του απάντησε «είναι τα παιδιά μέσα και δεν μπορεί να γίνει η δουλειά και να το πάρουν χαμπάρι». 

«Ανησύχησα μήπως με ξέχασες» απάντησε, ο διεκδικών την «αποζημίωση», «Μα αστειεύεσαι», απάντησε ο «οφειλέτης» και του είπε «ξαναπέρνα». 

Όσες φορές και αν ξαναπέρασε, πάντα ήταν «μέσα το παιδιά», έτσι μέχρι που απεβίωσε, δε γεύτηκε τους «καρπούς» της «αποζημίωσης» και ο «οφειλέτης» πέρασε καλά και η σύζυγός του ακόμα καλύτερα.