Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

ΜΜΕ: Δεν λείπουν οι συχνότητες αλλά ο εργατικός έλεγχος


...από το περιοδικό "Σοσιαλισμός από τα κάτω"...

Ο Νάσος Μπράτσος, μέλος του Γενικού Συμβουλίου της ΠΟΕΣΥ με το “Μέτωπο για την ανατροπή”, γράφει για τις μάχες των εργαζόμενων ενάντια στις απολύσεις και τους “βαρώνους” των ΜΜΕ.



Με τα non paper και τις τηλεμαχίες των κυβερνητικών στελεχών, με τους εκλεκτούς των καναλαρχών, ο «πόλεμος» έχει φουντώσει για τα καλά, για τις τηλεοπτικές άδειες.

Μεταξύ διασταυρούμενων πυρών βρίσκονται οι εργαζόμενοι. Από μία βρίσκονται αυτοί που έκαναν το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος ΝΑΙ και από την άλλη οι οργανωτές της παραπληροφόρησης, και των εργασιακών πογκρόμ σε βάρος των εργαζομένων στα ΜΜΕ.

Ας ξεκινήσουμε με το ότι οι συχνότητες είναι δημόσιο αγαθό και η χρήση τους θεωρητικά, γίνεται υπό όρους (επιχειρηματικούς, θεματικούς, ποιοτικούς, κλπ) και για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, μέχρι να υπάρξουν επανεξετάσεις για την τήρηση των προβλεπομένων όρων.

Πόσο λοιπόν ο απολογισμός των ιδιωτικών καναλιών της περιόδου πριν τα μνημόνια, επιτρέπει τη διατύπωση επιχειρημάτων για πλουραλισμό και ποιοτική ενημέρωση και ψυχαγωγία;


Δεν μπορούμε να ξεχνάμε τα ψεύτικα ρεπορτάζ για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν που γυρίστηκαν στου… Φιλοπάππου, τα «ερωτοδικεία», το Big Brοther και το Bar και τις διαδηλώσεις στις οποίες συμμετείχαμε ενάντια στη τηλεσκουπίδια. Όταν βούλιαξε η Αθήνα από τις αντιπολεμικές συγκεντρώσεις του 2003, στο mega είχαν πρώτη είδηση τις βόλτες του τέως, και αναγκάστηκαν να ζητήσουν συγνώμη την επόμενη από τις διαμαρτυρίες του κόσμου.

Μιλάμε για τότε που απουσίαζαν οι έλεγχοι από τους κρατικούς μηχανισμούς. Που η εισφοροδιαφυγή και η μη απόδοση στα ταμεία μας παρακρατηθέντων χρημάτων, ρεφάρονταν από παραπληροφόρηση με πλάνα αρχείου χωρίς τη σχετική ένδειξη.

Το ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι ένα δημόσιο αγαθό, το διαχειρίστηκαν οι μεγάλοι καπιταλιστικοί όμιλοι και το έκαναν σαν τα μούτρα τους.

Στην αρχή η δημιουργία νέων μέσων αντιμετωπίστηκε σαν αντίβαρο στην «κρατική ΕΡΤ» και το μονοπώλιό της, σύντομα η σύγκριση μαζί της, ακόμα και στις χειρότερες στιγμές της, της έδινε πλεονέκτημα. Δεν είναι τυχαίο που γρήγορα ο όρος «ελεύθερη τηλεόραση και ραδιοφωνία», υποχώρησε στον όρο «μη κρατική».

Σήμερα πρέπει να δούμε αν οι αλλαγές που δείχνουν να έρχονται και με τον τρόπο που επιχειρείται να γίνουν, ωφελούν ή βλάπτουν τους εργαζομένους στα ΜΜΕ και συνεπώς και το παραγόμενο προϊόν από αυτά.

Η αναδιάταξη του τοπίου, στο οποίο θα φανούν νέες συμμαχίες και νέα επιχειρηματικά σχέδια, δεν θα αποτελεί κανένα χτύπημα, στην εξ ορισμού στον καπιταλισμό, διαπλοκή επιχειρηματικών συμφερόντων.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένα από τα θετικά στοιχεία θα ήταν η πιθανή είσπραξη όλων των χρεών των καναλαρχών σε ασφαλιστικά ταμεία και εργαζόμενους. Όμως ούτε αυτό ισχύει, αφού η μαύρη τρύπα του χρέους είναι έτοιμη να καταπιεί τα πάντα. Τα ταμεία επιχειρείται να διαλυθούν μέσα στον καλό μύλο που τα αλέθει όλα, για να εξυπηρετήσει τους δανειστές.

Τα περί νοικοκυρέματος σε αυτό το επίπεδο, μάλλον δεν διασκεδάζουν ούτε στο ελάχιστο τις ανησυχίες. Η συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ στον ΕΔΟΕΑΠ και οι αποφάσεις που παίρνουν, το επιβεβαιώνουν και το ίδιο ισχύει και στο ασφαλιστικό.

Για τις ενστάσεις των καναλαρχών, δεν καταναλώνουμε και πολύ μελάνι για να κρίνουμε την αξιοπιστία τους. Τα χρόνια επιθέσεων εναντίον των εργαζομένων των ΜΜΕ, η κατρακύλα της ποιότητας των εκπεμπόμενων προγραμμάτων και ο ρόλος τους στο δημοψήφισμα, είναι αρκετά για να μην θέλει κανείς να ταυτιστεί μαζί τους και να μην τους πιστεύει. Το να εναποθέσει κανείς το εργασιακό του μέλλον σε αυτούς, είναι σα να εμπιστεύεται η κοκκινοσκουφίτσα τον κακό λύκο.

Η διαμάχη κυβέρνησης – αντιπολίτευσης, δείχνει να περιορίζεται στη διαμάχη για το πόσες μπορεί να είναι οι τηλεοπτικές άδειες πανελλαδικού χαρακτήρα, είτε στο πόσες «αντέχει» η αγορά.

Το εντυπωσιακό από τους «ειδήμονες» των κομμάτων και των ομίλων των ΜΜΕ, είναι ότι απουσιάζει σαν αναγκαίος παράγοντας που πρέπει να έχει λόγο, ο χώρος των εργαζομένων στα κανάλια.

Πόσες θέσεις εργασίας χρειάζονται τα κανάλια;

Εδώ φαίνεται ανάγλυφα το πόσο έχει υποτιμηθεί ο χώρος των εργαζομένων και από τους ιδιοκτήτες των καναλιών και από την κυβέρνηση.

Στα πρώτα χρόνια λειτουργίας των ιδιωτικών καναλιών, ήταν έντονο το φαινόμενο των εξωτερικών συνδέσεων με συνεργεία για διάφορα θέματα. Αυτό πρακτικά σήμαινε οδηγό για το Van, εικονολήπτη, μοντέρ, δημοσιογράφο, σκηνοθέτη. Σταδιακά αυτό συρρικνώθηκε για λόγους περικοπών και μαζί του και οι θέσεις εργασίας. Στη θέση του μπήκαν συνδέσεις μέσω κινητού όπου βλέπουμε τη φωτογραφία του συνομιλητή με τον παρουσιαστή, πλάνα αρχείου, εκπομπές talk show με ελάχιστο έως καθόλου εξωτερικό ρεπορτάζ.

Έκλεισαν ή περιορίστηκαν σημαντικά τα ανταποκριτικά γραφεία των ιδιωτικών καναλιών στις περισσότερες πόλεις της Ελλάδας. Οι συνεχείς επαναλήψεις μπαγιάτικων πια ελληνικών σήριαλ, μας γυρνάνε πολλές δεκαετίες πίσω.

Άρα η μείωση θέσεων εργασίας, όλα αυτά τα τελευταία χρόνια, συνοδεύτηκε με αντίστοιχη μείωση της δυνατότητας διόδου της κοινωνίας μέσα από τα ρεπορτάζ προς τις τηλεοπτικές οθόνες. Προφανώς και την περίοδο της «αφθονίας» και υπερβολές υπήρξαν και δεν ήταν και εκτός κριτικής το περιεχόμενο.

Συνεπώς οι θέσεις εργασίας προσδιορίζονται από το πλάνο ενημέρωσης που θέλει να ακολουθήσει το κάθε κανάλι. Το ίδιο και στους τομείς του πολιτισμού και της ψυχαγωγίας.

Το ίδιο ισχύει και για τα θεματικά κανάλια. Άλλο αριθμό εργαζομένων έχει ανάγκη ένα αθλητικό κανάλι που στέλνει κόσμο για μεταδόσεις αγώνων και άλλο κάποιο που στήνει πάνελ και δύο – τρεις μπουρδολογούν επί τρίωρο για το αν ήταν πέναλτι ή όχι, για να ακολουθήσουν εκπομπές για το στοίχημα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η κυβέρνηση, οι θέσεις εργασίας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στα οκτώ κανάλια (εκ των οποίων θέλει να αφήσει τα τέσσερα), είναι 2.639. Όπως αναφέρουν τα σωματεία των τεχνικών τηλεόρασης, υπό τις υπάρχουσες συνθήκες και τον τρόπο που κινείται η κυβέρνηση, είναι ορατός και άμεσος ο κίνδυνος για 1.000 απολύσεις.

Πρέπει να θυμίσουμε, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, την περίοδο ανανέωσης της ισχύος των ραδιοφωνικών αδειών, είχαν μπει τουλάχιστον στα ραδιόφωνα (είχα πάρει μέρος στη σύνταξη σχετικού φακέλου για ραδιοφωνικό σταθμό), κριτήρια σχετικά με τον αριθμό των εργαζομένων και το είδος της εργασιακής σχέσης. Είχε δηλαδή καλύτερη μοριοδότηση το μισθολόγιο, από τα δελτία παροχής υπηρεσιών στον αριθμό εργαζομένων κάθε καναλιού. Επίσης υπήρχε η κατηγορία μοριοδότησης «ποιότητα προγράμματος», που είναι απολύτως ελαστικός όρος και σηκώνει επιλεκτικές συμπεριφορές, μπορεί όμως αν επανέλθει να θεσπίσει κριτήρια.

Δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το πώς η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το θέμα αυτό. Δια της διολίσθησης, το συμπέρασμα είναι ότι οι ελαστικές μορφές εργασίας όχι μόνο δεν αντιμετωπίζονται περιοριστικά υπέρ των μισθολογίων, αλλά αντίθετα επεκτείνονται.

Συνεπώς αν είχε έρθει η κυβέρνηση σε συνεννόηση με τα κλαδικά σωματεία των ΜΜΕ και τις ομοσπονδίες του χώρου, ακόμη και αν οι τέσσερις άδειες δεν θα μπορούσαν να είναι περισσότερες, θα μπορούσε να θέσει τις προϋποθέσεις που θα απέκλειαν την απειλή των απολύσεων και θα οδηγούσαν σε «μεταφορά» εργαζομένων, σε θέσεις εργασίας αδειοδοτούμενων καναλιών, ώστε να μην χαθούν θέσεις εργασίας.

Είναι λύση οι συνεταιρισμοί;

Ακροβατώντας στην πραγματική πίεση για δουλειά που αντιμετωπίζουν απολυμένοι ή απλήρωτοι εργαζόμενοι, και το πνιγηρό περιβάλλον στην ενημέρωση που έχουν επιβάλλει τα ιδιωτικά κανάλια, αλλά και σε διάφορες φάσεις της ζωής της και η ΕΡΤ (πριν κλείσει το 2013 και έως το 2015 σαν ΔΤ/ΝΕΡΙΤ, ήταν στο απόγειό της από πλευράς παρακμιακού προγράμματος), αρκετοί εργαζόμενοι του τηλεοπτικού, του ραδιοφωνικού, και του έντυπου Τύπου, αναζητούν την όαση της συλλογικότητας και της ελευθερίας, μέσω συνεταιρισμών και στο χώρο της ενημέρωσης. Προς στιγμήν κυρίως σε έντυπα, ραδιόφωνα και διαδίκτυο, αφού η τηλεόραση είναι πιο ακριβό «σπορ».

Χωρίς να υποτιμούμε τα κίνητρά τους, ή τη δυνατότητα κάποιοι εξ αυτών να αποδειχτούν βιώσιμοι, σαν συνολικό και επεκτεινόμενο φαινόμενο, τη στιγμή που αντιμετωπίζει υποχρεωτικά τους όρους της αγοράς, αφού αυτό είναι το κυρίαρχο περιβάλλον, δεν μπορεί να αποδειχτεί σανίδα σωτηρίας για όλους όσους «επενδύσουν» τη ζωή τους εκεί.

Επιπλέον ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός. Και εντός του χώρου αυτού, έχουν ήδη ακουστεί πολλά για «συνεταιριστές», που πίσω τους έχουν διαθέσιμους επενδυτές της παλιάς, «καλής» αγοράς των ΜΜΕ, που βλέπουν με ενδιαφέρον ένα πιθανό ποντάρισμα στο «νέο», που τουλάχιστον ηθικά πλεονεκτεί, έναντι των βαρόνων των ΜΜΕ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ποντάρει ιδιαίτερα στην ενθάρρυνση τέτοιων επιλογών, σαν γιατροσόφι εναντίον της ανεργίας, την ίδια ώρα που ακόμα δεν έχει λυθεί το σχετικό θέμα των τίτλων ιδιοκτησίας στην συνεταιριστική Εφημερίδα των Συντακτών ή που σε φίλα προσκείμενα σε αυτόν επαγγελματικά ΜΜΕ, όταν μέλη κλαδικών σωματείων που διεκδίκησαν την εμπρόθεσμη καταβολή δεδουλευμένων, αντιμετωπίστηκαν ως στασιαστές σε βάρος της κολεκτίβας!

Η περιφέρεια

Προς το παρόν και για την τηλεόραση και για το ραδιόφωνο, δεν έχουν ανοίξει οι σχετικές διαδικασίες και συνεπώς δεν υπάρχουν προτεινόμενα μέτρα και θεσμικές παρεμβάσεις. Σχόλια και εκτιμήσεις όμως μπορούμε να κάνουμε.

Η πλειοψηφία των επαρχιακών ΜΜΕ εκπέμπει με ελάχιστο προσωπικό σαν αποτέλεσμα σοβαρών οικονομικών αδυναμιών. Οι περισσότερες ώρες καλύπτονται με τελεμάρκετινγκ, δικτυώσεις με αθηναϊκά ΜΜΕ, με non stop music στα ραδιόφωνα και με βιντεοκλίπ στις τηλεοράσεις.

Μία οριζόντια επιβολή κριτηρίων που θα ανάγκαζε σε αριθμό προσλήψεων δυσανάλογα μεγάλο με τις δυνατότητές τους, αν και αρχικά θα φαινόταν «φιλεργατική» επιλογή, σε πολύ σύντομο διάστημα θα σήμαινε λουκέτα και «καθάρισμα» της πιάτσας, ώστε να έρθουν οι «μεγάλοι» ανενόχλητοι.

Ήδη υπάρχει καθεστώς προσεγγίσεων σε επαρχιακά κανάλια, από μεγάλα εφοπλιστικά κυρίως συμφέροντα, και συνεργασίες περιφερειακών καναλιών, σαν προστάδιο ομίλων.

Στην επαρχία δεν είναι ίδια η αγορά εργασίας και η διαφημιστική αγορά, με αυτή της Αθήνας και αυτό απαιτεί διαφορετικά κριτήρια. Πχ σε διαφορετικό περιβάλλον λειτουργεί ένα τηλεοπτικό η ραδιοφωνικό κανάλι σε ένα μικρό ή μεσαίο νησί του Αιγαίου και διαφορετικά σε μία πρωτεύουσα νομού της ηπειρωτικής Ελλάδας. Συν τη γεωφυσική διαμόρφωση που επηρεάζει το επίπεδο και το κόστος των τεχνικών επενδύσεων το κόστος βλαβών. Όλα αυτά συνθέτουν ένα δύσκολο τοπίο που δεν έχουν εφαρμογή οριζόντιες ρυθμίσεις, αλλά κριτήρια ανάλογα με πληθυσμιακά, οικονομικά και γεωφυσικά δεδομένα ανά περιοχή.

Ο εργατικός έλεγχος

Τα τελευταία χρόνια με αφορμή τις συνεχείς επιθέσεις εναντίον των εργαζομένων στα ΜΜΕ υπήρξαν έμπρακτες αποδείξεις της ποιότητας που μπορούν να βγάλουν στη δουλειά τους οι εργαζόμενοι. Προδρομικό φαινόμενο το Alter, όσο καιρό το δούλεψαν οι ίδιοι, την αυτοδιαχειριζόμενη ΕΡΤ της διετίας 2013 - 2015, τον Flash για κάποιες περιόδους, αλλά και εντύπων που διαδέχτηκαν, έστω για λίγα φύλλα, αυτά που έκλειναν, όπως ο Εναλλακτικός Τύπος αντί του Ελεύθερου Τύπου, η Ελευθεροτυπία, η Απογευματινή των εργαζομένων, ο Αγγελιοφόρος, κλπ.

Συνεπώς εκεί βρίσκεται και η ασφαλιστική δικλείδα για να βρεθεί το φάρμακο κατά της διαπλοκής. Η ενίσχυση του ρόλου των εργαζομένων και των συλλογικών τους εκφράσεων, με κέντρο τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα μισθολόγια.

Όταν η κοινωνία αποκτά λόγο στο πρόγραμμα των ΜΜΕ, όχι υποκαθιστώντας τους εργαζόμενους σε αυτά, όπως ανησύχησαν κάποιοι στα πρώτα βήματα της αυτοδιαχείρισης της ΕΡΤ, αλλά τροφοδοτώντας τους με ιδέες, προτάσεις, τους αγώνες και ό,τι άλλο παράγει μία ζωντανή κοινωνική – κινηματική διεργασία, το πρόγραμμα της ΕΡΤ, με ελάχιστα και πρωτόγονα μέσα, απογειώθηκε και σε επισκεψιμότητα και σε αξιοπιστία και προφανώς και σε φρεσκάδα.

Για παράδειγμα τότε δεν έβρισκε χώρο η συμμορία της Χρυσής Αυγής για να ξεράσει τα ψέματά της ότι πχ δεν ήξερε ποιος είναι ο Ρουπακιάς, ενώ τώρα υπό το πρόσχημα της κάλυψης της κοινοβουλευτικής, παρελαύνουν οι χιτλερίσκοι από τις τηλεοπτικές οθόνες. Και από δίπλα κάποιοι άλλοι στον Σκάι, να ζητάνε να κατέβει ο στρατός στους δρόμους.

Τσάμπα λοιπόν οι κραυγές «δεν θα βάλω εγώ αρχισυντάκτη πάνω από το κεφάλι μου τους εκπροσώπους των σωματείων που επισκέπτονται την ΕΡΤ», ή τα «δεν παλεύω απλώς για να αλλάξω αφεντικά». Όσοι επισκέπτονταν τότε την ΕΡΤ είχαν και πολλά άλλα να κάνουν στον αγώνα της ανατροπής, για να κάνουν και τους αρχισυντάκτες σε μερικούς χρονίως ανεπίδεκτους στην κοινωνική αλληλεγγύη και τους ταξικούς αγώνες και όσοι τα φώναζαν αυτά, γρήγορα διάλεξαν να κρατήσουν το παλιό αφεντικό πάνω από το κεφάλι τους.

Αυτό το πείραμα, που κάποιοι το χαρακτήρισαν «διαδραστική σχέση», ακούγεται καλύτερα αν το πούμε ενεργό συμμετοχή της κοινωνίας και εργατικό έλεγχο, δείχνει την κατεύθυνση. Με συλλογικές διαδικασίες και όχι «κοινωνικούς ελέγχους», με κληρώσεις, λοταρίες και άλλα ευτράπελα που εφαρμόζει σήμερα η κυβέρνηση στην ΕΡΤ, ορίζοντας μάλιστα και τους φορείς που έχουν δικαίωμα συμμετοχής και μεταξύ αυτών και τον ΣΕΒ!

Κάποιοι που τη διετία «ενάντια στο μαύρο», ήταν με το ένα πόδι έξω και το άλλο πόδι μέσα στον αγώνα αυτό, ανησυχούν ότι μέσα στον καπιταλισμό δεν γίνονται αυτά και ότι είναι αυταπάτες και αναχώματα. Αντί να λένε ότι στο θέμα των αδειών δεν χρειάζεται να έχουν λόγο τα σωματεία εργαζομένων, να πούμε ότι λόγο πρέπει να έχουν και πρέπει να συμβάλλουμε ώστε να είναι ταξικός και όχι διαχειριστικός. Όχι στην κατεύθυνση της διατήρησης του ελέγχου των ΜΜΕ από καπιταλιστικούς ομίλους, αλλά της αποτροπής της ιδιωτικοποίησης του δικαιώματος στην ενημέρωση, την ψυχαγωγία και τον πολιτισμό και της παράλληλης κοινής μας πορείας με τους αγώνες της εργατικής τάξης.

Υ.Γ. το άρθρο γράφτηκε με τα διαθέσιμα στοιχεία μέχρι να κλείσει την ύλη του το περιοδικό, καθώς η κυβέρνηση δεν άνοιξε όλα τα χαρτιά της για το θέμα των προτεινόμενων ρυθμίσεων στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο.