Ικαριώτες Πρόσφυγες στο Β Παγκόσμιο Πόλεμο Α μέρος

https://www.youtube.com/watch?v=C625SYZQJ9U

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

To www.ertnews.gr στο Κέντρο Έρευνας και Μελέτης της Μικρασιατικής Ερυθραίας (φωτορεπορτάζ)

 


...αναδημοσίευση από το www.ertnews.gr...

Το (Κ.E.M.M.Ε) είναι αυτοτελές Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Η έδρα του βρίσκεται στη Δημοτική Ενότητα Νέας Ερυθραίας του Δήμου Κηφισιάς και στεγάζεται στη «Βίλα Κώστα» επί της οδού Λουκή Ακρίτα 4, στη Νέα Ερυθραία.

Όπως αναφέρει:  «σκοπός του είναι η περισυλλογή, διάσωση, διατήρηση, μετάδοση και προβολή των στοιχείων της ιστορίας και του πολιτισμού των Ελλήνων της καθ’ ημάς λεγομένης Ανατολής και ειδικότερα της Ερυθραίας Χερσονήσου, που κατοικούν σήμερα σε οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδας ή του κόσμου. 

"...Μπορεί να συνεργάζεται με τα δευτεροβάθμια όργανα των προσφύγων και τα προσφυγικά σωματεία της επικράτειας και της αλλοδαπής και να υποστηρίζει τα κάθε φύσεως δίκαια αιτήματα και διεκδικήσεις προς επίλυση προβλημάτων που ακόμη εκκρεμούν ή είναι δυνατόν να αναφυούν εις το μέλλον. Ασχολείται με τη συλλογή, ταξινόμηση, μελέτη και αξιοποίηση του ιστορικού αρχειακού υλικού που αφορά στη Νέα Ερυθραία, έδρα του Κέντρου, η οποία είναι πόλη προσφυγικής προέλευσης».

 





Στο Κ.Ε.Μ.Μ.Ε., όπου πρόεδρος είναι η Έφη Κούτση από το 2014, πραγματοποιούνται διάφορες δραστηριότητες. Σημαντικότατες είναι οι εκδηλώσεις μικρασιατικής μνήμης, που τελούνται κάθε Σεπτέμβριο ανελλιπώς από το 1979, με τίτλο «Αλλοτινές Πατρίδες». Κάθε δύο χρόνια, από το 2012 το Κ.Ε.Μ.Μ.Ε. διοργανώνει διεθνές επιστημονικό συμπόσιο με θέματα που αφορούν στην Ερυθραία και στη Μ. Ασία γενικότερα, το οποίο αποτελεί την κορυφαία εκδήλωση και προσφορά του Κέντρου στην μελέτη και την έρευνα για την Μικρασία και την καθ΄ημάς Ανατολή. Εφέτος στις 26 και 27 Νοεμβρίου θα γίνει το 6ο Διεθνές Συμπόσιο. Παράλληλα λόγω της επετείου των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική καταστροφή οργανώνονται πολλές άλλες εκδηλώσεις. Ο Χορευτικός Όμιλος Ν. Ερυθραίας, που λειτουργεί από το 1981 υπό την καθοδήγηση του Θοδωρή Κοντάρα, είναι το σπουδαιότερο και το παλαιότερο τμήμα του Κ.Ε.Μ.Μ.Ε., αναγνωρισμένο πανελληνίως για την προσφορά του στη μουσικοχορευτική παράδοση της Μικρασίας, με εξαιρετικά δείγματα δουλειάς. Λειτουργούν επίσης πολλά καλλιτεχνικά τμήματα (κοσμήματος, κεραμικής, αγιογραφίας κλπ). Στο Κ.Ε.Μ.Μ.Ε. πραγματοποιούνται συχνά διαλέξεις με μικρασιατικά ή άλλα θέματα, παρουσιάσεις βιβλίων, εκθέσεις ζωγραφικής και κάθε είδους καλλιτεχνικές και πνευματικές εκδηλώσεις.



Επισκεφτήκαμε το χώρο και ακολουθήσαμε τη διαδρομή - τον περίπατο μνήμης, στη Χερσόνησο της Ερυθραίας, όπως αποτυπώνεται φωτογραφικά, αλλά και με αναφορά στοιχείων στον καταπράσινο κήπο.

Θ. Κοντάρας


Στοιχεία για την Ερυθραία από τον καθηγητή, συγγραφέα βιβλίων και μελετητή ιστορίας και λαογραφίας, Θεόδωρο Κοντάρα:

«Από το 15ο αι. η Ερυθραία διοικητικά ανήκε στον καπουδάν πασά, τον αρχιναύαρχο του τουρκικού στόλου και υπαγόταν στο σαντζάκι (νομό) της Χίου. Από το 1864 όμως υπήχθη στο σαντζάκι της Σμύρνης και ήταν χωρισμένη σε τέσσερις καζάδες (υποδιοικήσεις): Τσεσμέ, Καράμπουρνων (έδρα το Αχιρλί), Βουρλών και Σιβρισαριού. Εκκλησιαστικά ανήκε αρχικά στη Μητρόπολη Εφέσου, αλλά από το 1902 αποσπάστηκαν οι καζάδες Τσεσμέ και Καράμπουρνων, καθώς και τα Εγγλεζονήσια, λόγω του μεγάλου πλήθους των χριστιανών, και αποτέλεσαν τη Μητρόπολη Κρήνης. Επίσης στις αρχές του 1922 ιδρύθηκε η Μητρόπολη Βρυούλων (Βουρλών), που ουσιαστικά δεν λειτούργησε ποτέ.





Οι κάτοικοι πριν από το 1914 ξεπερνούσαν τις 100.000 και ήταν κατά τα 3/4 Έλληνες. Κατοικούσαν σε τρεις πόλεις (Βουρλά, Τσεσμέ κι Αλάτσατα) και σε 55 μικρά και μεγάλα χωριά, σπουδαιότερα από τα οποία ήταν το Σιβρισάρι, ο Γκιούλμπαξες, η Κάτω Παναγιά, ο Ρεΐσντερές, η Αγιά-Παρασκευή (Κιόστε), τα Μουρντουβάνια, το Εγγλεζονήσι, το Αχιρλί, το Μελί, το Λυθρί και το Κιλιζμάνι». 



ΓΛΩΣΣΑ

Επίσης ο κ. Κοντάρας αναφέρει πως: «Στην Ερυθραία μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, όπως αυτή διαμορφώθηκε γενικά στα νησιώτικα ιδιώματα. Τα γλωσσικά ιδιώματα της περιοχής ανήκουν στις νοτιοελληνικές διαλέκτους και φυσικά παρουσιάζουν πολλές ιδιομορφίες από τόπο σε τόπο. Έχουν ξεχωριστό ύφος και διακρίνονται από άλλα μικρασιατικά και νησιωτικά. Στις δυτικές περιοχές (Τσεσμές, Λυθρί, Μελί κ.α.), το τοπικό ιδίωμα μοιάζει αρκετά με τα χιώτικα, ενώ όσο πάμε πιο ανατολικά, η επίδραση της σμυρναίικης ντοπιολαλιάς είναι πιο φανερή.

 Στα ιδιώματα της Ερυθραίας σώθηκαν ατόφια αρχαία ελληνικά κατάλοιπα (π.χ. άφτω: ανάβω, ξύγαλο: γιαούρτι, αλεκάτη: ρόκα, δαυκί: καρότο), αλλά και μεγάλο πλήθος λατινογενών λέξεων (π.χ. λότζα: στοά, φουντάνα: πηγή, κογιονέρνω: κοροϊδεύω, γαρμπάτος: κομψός, πορτομονάκι: πορτοφόλι), από τη μακρόχρονη επαφή των πληθυσμών με Γενοβέζους, Βενετούς και Λεβαντίνους (Καθολικούς της Σμύρνης). Η συνεχής συμβίωση με τους Τούρκους επέδρασε, όπως ήταν πολύ φυσικό, και στη γλώσσα, όμως όλες σχεδόν οι τουρκικές λέξεις παραφθάρηκαν και πήραν ελληνική μορφή στο τυπικό (π.χ. κουρνάζος: πονηρός, νταγιαντώ: αντέχω, σασιρντίζω: συγχέομαι, μπουρμάς: δύστροπος, καμπάκα: κολοκύθα, ντερές: ρέμα).

Τουρκόφωνοι Ρωμιοί υπήρχαν μόνο σε λίγα απομονωμένα χωριά των Καράμπουρνων, ενώ σε άλλες περιοχές (π.χ. Τσεσμές, Σιβρισάρι), πολλοί Τούρκοι είχαν την ελληνική ως μητρική γλώσσα, γιατί ήταν πρόσφυγες από το Μοριά και την Εύβοια».



ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι Ερυθραιώτες ήταν λεσπέρηδοι (γεωργοί), σιναφλήδες (τεχνίτες, μαγαζάτορες, επαγγελματίες), καϊξήδες και γκεμιτζήδες (ναυτικοί), κεχαγιάδες (βοσκοί), φατόροι (μεγαλέμποροι) και επιστήμονες (γιατροί, δικηγόροι κλπ.). Το κύριο προϊόν της Ερυθραίας ήταν η σταφίδα (παραγωγή 20.000-30.000 τόνων), αλλά παράγονταν ακόμη λάδι, κρασί, αλασόνι (γλυκάνισο), όσπρια, μύγδαλα, μπαλαμούτια (βελανίδια), μέλι, κουντουρούδια (χαρούπια), μετάξι, ριζάρι, τυριά, δέρματα και ψάρια. Πολλά από αυτά εξάγονταν στην Ευρώπη κι αλλού, κυρίως όμως η άριστης ποιότητας σταφίδα (από τις καλύτερες του κόσμου), που την έλεγαν και ‘’λίρα’’, λόγω του πλούσιου εισοδήματος που απέδιδε. Πολύ καλά οργανωμένες ήταν οι κάθε είδους συντεχνίες, τα σινάφια των επαγγελματιών. Η Ερυθραία, ειδικά η περιοχή του Τσεσμέ, θεωρείται το μεγαλύτερο αλιευτικό κέντρο της Δυτικής Μικρασίας μετά την Προποντίδα. Ας μην ξεχνάμε ότι τα Βουρλά ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη των μικρασιατικών παραλίων, μετά τη Σμύρνη, και ένα από τα μεγαλύτερα αμπελουργικά κέντρα του ελληνικού κόσμου. 



 ΦΟΡΕΣΙΕΣ

Οι κάτοικοι της Ερυθραίας στις αρχές του αιώνα μας ντύνονταν ή σύμφωνα με την αστική μόδα ή σύμφωνα με τον παλαιότερο ελληνικό τρόπο. Πολλοί άντρες ήταν φραγκοφορεμένοι, οι περισσότεροι όμως φορούσαν τα σαρβάρια, μια παραλλαγή της γνωστής νησιώτικης βράκας (φέσι, πουκάμισο, γελέκι, βράκα, ζωνάρι και τουζλούκια). Στις γυναικείες φορεσιές τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα. Οι αστές ράβονταν στη Σμύρνη με φιγουρίνια, κατά την ευρωπαϊκή μόδα της εποχής. Οι πιο λαϊκές τάξεις φορούσαν αστικά ρούχα, φτιαγμένα με υφάσματα τ’ αργαλειού, σε εκλαϊκευμένη μορφή, αλλά διατηρούσαν και ορισμένα στοιχεία από παλαιότερες τοπικές ενδυμασίες. Τα μέλη της φορεσιάς και γενικά το ξερό κουκουληθρένιο πουκάμισο, το πορκάκι (συνήθως από αγοραστό καλό ύφασμα) και το μισοφούστανο, μακριά φαρδιά φούστα καρό ή μονόχρωμη, υφασμένη στον αργαλειό, με κεντήματα στον ποδόγυρο. 


Στο κεφάλι οι πιο «παλιές» φορούσαν μικρό φέσι (Βουρλά, Σιβρισάρι κ.α.), αλλά το πιο διαδεδομένο ήταν το κανάρι ή μαντίλι, λεπτό βαμβακερό κεφαλομάντιλο σε διάφορα χρώματα, με πανέμορφα σταμπωτά σχέδια. Ιδιαίτερη ομορφιά και ξεχωριστή χάρη στις γυναίκες προσέδιδαν τα μεταξωτά κοχάκια και πιτσίλια (δαντέλες της βελόνας), καθώς και τα πολύτιμα κοσμήματα, όπως τα χοντρά χρυσά κορδόνια στολισμένα με νομίσματα διαφόρων εποχών και μενταλιά (μενταγιόν), τα βαρύτιμα σκουλαρίκια (καλαθάκια), τα δαχτυλίδια, οι μάπες κι οι χούφτες (πλατιά ολόχρουσα αλυσιδωτά βραχιόλια) και τα σμυρναίικα ολοσκάλιστα βραχιόλια. Στην Κάτω Παναγιά φορέθηκε από λίγους εποίκους της Ευβοίας η γνωστή ενδυμασία της Κύμης, ενώ στα Καράμπουρνα οι ηλικιωμένες, αντί για φούστα, φορούσαν πολύπτυχες βράκες, κατάλοιπο ενός παλαιότερου τύπου φορεσιάς».


ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

«Συνολικά, σε ολόκληρη την Ερυθραία, γύρω στα 1920-1922, κατοικούσαν κατά προσέγγιση 110.000 άνθρωποι, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων (περίπου 81.000 άτομα, ποσοστό 74 %) ήταν Έλληνες, οι περισσότεροι ελληνόφωνοι και λίγοι τουρκόφωνοι.


 

Α. ΔΥΤΙΚΗ ΕΡΥΘΡΑΙΑ

Σ’ αυτήν ανήκουν οι δυτικότερες περιοχές της χερσονήσου, με φυσικό όριο τον ισθμό στον κόλπο του Υποκρήμνου (κόλπο του Γκιούλμπαξε), που συμπίπτει σχεδόν με τα διοικητικά όρια, αφού η περιοχή ως το 1922 περιλάμβανε δυο υποδιοικήσεις (καζάδες), του Τσεσμέ και των Καράμπουρνων.


1. ΚΑΖΑΣ ΤΟΥ ΤΣΕΣΜΕ

1. Τσεσμές. Κάτοικοι 11.200 (9.481 Έλληνες, 1.700 Τούρκοι, 19 Εβραίοι).

2. Αγιά-Παρασκευή ή Κιόστε. Κάτοικοι 3.500 Έλληνες.

3. Κάτω Παναγιά. Κάτοικοι 3.100 Έλληνες.

4. Βατζίκι ή Χωριό. Κάτοικοι 1.200 (900 Έλληνες, 300 Τούρκοι).

5. Λίτζια (οι κάτοικοί τους συνυπολογίστηκαν στον πληθυσμό του Τσεσμέ).

6. Αλάτσατα. Κάτοικοι 10.000 (9.950 Έλληνες, 50 Τούρκοι).

7. Αγριλιά. Κάτοικοι 400 Έλληνες.

8. Ρεΐσντερες. Κάτοικοι 3.020 Έλληνες.

9. Κερμεάλεσι (οι κάτοικοί του συνυπολογίστηκαν στον πληθυσμό του Ρεΐσντερε).

10. Λυθρί ή Λεθρί. Κάτοικοι 1.800 Έλληνες.

11. Νάριτζας ή Άριτζας. Κάτοικοι 150 Έλληνες (1904, στατιστική του περιοδικού

Ξενοφάνης).

12. Τσουραλάνι. Κάτοικοι 50 Έλληνες (1904, στατιστική του περιοδικού Ξενοφάνης).

13. Μπουγέτα, με λίγες οικογένειες Ελλήνων.

14. Ροβιθόκαμπος ή Νεουνταλάνι. Κάτοικοι 100 Έλληνες.

15. Ζίγκουι ή Χριστός. Κάτοικοι 205 Έλληνες.

16. Πυργί. Κάτοικοι 432 (307 Έλληνες, 125 Τούρκοι).

17. Σεούτι, με 100 Έλληνες.

18. Τσικούρια, με λίγες ελληνικές οικογένειες.

19. Γκιουνέψι, με 23 ελληνικές οικογένειες (περίπου 100 άτομα).

20. Γκιζίλαγάτσι, με πολύ λίγες ελληνικές οικογένειες.

21. Ζεχτιντζίκι, με λίγες ελληνικές οικογένειες.

22. Σάφντερες, με λίγες ελληνικές οικογένειες.

23. Παμούκουκι, με πολύ λίγες ελληνικές οικογένειες.

Επίσης ο καζάς περιλάμβανε και τα ακόλουθα έξι χωριά με αμιγή τουρκικό πληθυσμό: Κερμένι (κάτ. 239), Καράκιοϊ (κάτ. 160), Κάτω Βατζίκι ή Καραβατζίκι (κάτ. 220), Σιράνταμι ή Μπαρμπαρόσι (κάτ. 750), Ζεχτινέρι (κάτ. 250) και Ζεϊτίνελι (κάτ. 291).

Το σύνολο κατοίκων, εν μέρει από τη στατιστική του Μιχ. Νοταρά το 1921 για λογαριασμό της Υπάτης Αρμοστείας Σμύρνης και εν μέρει από τους υπολογισμούς του περιοδικού Ξενοφάνης (1904) ήταν περίπου 38.000. Από αυτούς περίπου 34.000 ήταν Έλληνες (ποσοστό 89 %, το υψηλότερο σε όλη την Ερυθραία), 4.085 Τούρκοι και 19 Εβραίοι. Σημειωτέον ότι ο ελληνικός πληθυσμός στον καζά του Τσεσμέ το 1921 είχε μειωθεί αρκετά, σε σχέση με εκείνον του 1911-1912, λόγω του διωγμού του 1914 και των κακουχιών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η μείωση είναι επίσης αισθητή και στους άλλους τρεις καζάδες της Ερυθραίας. Αντίθετα, ο τουρκικός πληθυσμός αυξήθηκε, λόγω της προσέλευσης Τούρκων προσφύγων από τα Βαλκάνια που εγκαταστάθηκαν μετά το 1912 στην περιοχή της Ερυθραίας. 



2. ΚΑΖΑΣ ΤΩΝ ΚΑΡΑΜΠΟΥΡΝΩΝ

1. Αχιρλί ή Αχριλί. Κάτοικοι 1.150 (650 Έλληνες, 500 Τούρκοι).

2. Μελί. Κάτοικοι 1.517 Έλληνες.

3. Γρι Λιμάνι (Εγρί Λιμάνι). Κάτοικοι 67 Έλληνες.

4. Ντενίζ Γκερένι ή Καραβοστάσι. Κάτοικοι 367 (352 Έλληνες, 15 Τούρκοι).

5. Κουτσούμπαξες (Κιουτσούκ Μπαχτσέ). Κάτοικοι 490 (190 Έλληνες, 300

Τούρκοι).

6. Σαζάκι ή Σατζάκι. Κάτοικοι 407 Έλληνες.

7. Μποϊνάκι. Κάτοικοι 795 (630 Έλληνες, 165 Τούρκοι).

8. Σαλμάνι. Κάτοικοι 543 (412 Έλληνες, 131 Τούρκοι).

9. Σαρπιντζίκι ή Σαρπουντζίκι. Κάτοικοι 353 (144 Έλληνες, 209 Τούρκοι).

10. Χάσεκι ή Σεκί. Κάτοικοι 638 (365 Έλληνες, 273 Τούρκοι).

11. Τεπεπόζι ή Ντεπόζι. Κάτοικοι 697 (460 Έλληνες, 237 Τούρκοι).

13. Γενί Λιμάνι ή Παναγίτσα ή Σεούτι. Κάτοικοι 420 Έλληνες.

14. Μοναστήρι. Κάτοικοι 335 Έλληνες.

15. Σαΐπι. Κάτοικοι 1.081 (700 Έλληνες, 381 Τούρκοι).

16. Αμπάρσεκι. Κάτοικοι 363 (91 Έλληνες, 272 Τούρκοι).

17. Μικρό Μουρντουβάνι, με δύο οικισμούς, τη Σκάλα Μουρντουβανιού και τον Άη Γιώργη. Κάτοικοι 1.289 (689 Έλληνες, 600 Τούρκοι).

18. Μεγάλο Μουρντουβάνι, με τέσσερις οικισμούς (Καρσίγιακας, Τζαμπουνάρι ή

Ιντζέπουνάρ, Τσατάλκαγιάς και Τεκές). Κάτοικοι 2.038 (1.588 Έλληνες, 450 Τούρκοι).

19. Κιοσέντερες (ή Καϊνάρ Μπουνάρι), με 160 τουρκικές και λιγοστές (15;) ελληνικές οικογένειες. 



Επίσης στον καζά ανήκαν τα εξής χωριά και οικισμοί με αμιγή τουρκικό πληθυσμό: Γιάιλας ή Γιαϊλάς (50 περίπου οικογένειες), Μπαλούκλαβας (60 περίπου οικ.), Μπόζκιοϊ, Γιλάν Χότζας (ή Εγλέν Χότζα, με 120 οικ.), Τσουλού, Χισαρτζίκι ή Ασαρτζίκι, Τεπετζίκι, Ινετζίκι (60 περίπου οικ.), Πάνω Βατζίκια, Αγαλάρ Σεκί και Χατζιλάρι.

Το σύνολο των κατοίκων ήταν 15.724, σύμφωνα με τη στατιστική του Μιχ. Νοταρά το 1921. Απ’ αυτούς 9.217 ήταν Έλληνες (ποσοστό 59%) και 6.507 Τούρκοι. 



Β) ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΡΥΘΡΑΙΑ

Σ’ αυτήν ανήκουν οι περιοχές της Ερυθραίας Χερσονήσου ανατολικά του κόλπου του Υποκρήμνου (κόλπου του Γκιούλμπαξε) μέχρι τα βουνά Δυο Αδρέφια και Κιζίλ Νταγ. Διοικητικά η περιοχή ως το 1922 περιλάμβανε δυο υποδιοικήσεις (καζάδες), των Βουρλών και του Σιβρισαριού.

1. ΚΑΖΑΣ ΤΩΝ ΒΟΥΡΛΩΝ

1. Βουρλά ή Βουρλάς ή Βρουλάς. Κάτοικοι 31.313 (27.810 Έλληνες, 3.028 Τούρκοι, 440 Εβραίοι, 35 Αρμένιοι).

2. Σκάλα. Κάτοικοι 250 Έλληνες.

3. Μεντέσι. Κάτοικοι 228 Έλληνες.

4. Κόλιτζας.

5. Όρτατζας. Κάτοικοι 152 Έλληνες, μαζί με τον Κόλιτζα.

6. Γκιούλμπαξες. Κάτοικοι 2.480 Έλληνες.

7. Γιατζιλάρι. Κάτοικοι 407 Έλληνες.

8. Πάνω ή Παλιό Ντεμερτζιλί ή Ντερμετζιλί. Κάτοικοι 100 Έλληνες.

9. Κάτω Ντεμερτζιλί. Κάτοικοι 384 Έλληνες.

10. Εγγλεζονήσι ή Κιοστένι, με δυο οικισμούς, τον Άη-Παντελέμονα και το Θόλος.

Κάτοικοι 1.721 Έλληνες.

11. Του Γιατρού το Νησί. Κάτοικοι 50 Έλληνες.

12. Κιλιζμάνι. Κάτοικοι 1.346 (396 Έλληνες, 950 Τούρκοι).

Επίσης ο καζάς περιλάμβανε και τα ακόλουθα δεκαεφτά χωριά με αμιγή τουρκικό πληθυσμό: Καμανί, Κουσουλάρι, Κοκκινοχώρι, Ζουμπέκι, Ντενιζλί, Γκιουβεντί, Κοτζάντερες, Σεραπταλάρι, Γελκί (ή Γιλκί), Τσαμλί, Ματζούρικα, Ντεβέντερες, Χάρακας, Ντουργούκιοϊ, Τεπετζίκι, Λαμίσι και Μπαντεμλέρια.

Το σύνολο των κατοίκων ήταν 42.517, εκ των οποίων 33.978 Έλληνες (ποσοστό 80 %), 8.064 Τούρκοι, 440 Εβραίοι και 35 Αρμένηδες, σύμφωνα με τη στατιστική του Μιχ. Νοταρά (1921).


2. ΚΑΖΑΣ ΤΟΥ ΣΙΒΡΙΣΑΡΙΟΥ

1. Σιβρισάρι. Κάτοικοι 5.540 (2.000 Έλληνες, 3.540 Τούρκοι).

2. Ψηλή ή Αψηλή. Κάτοικοι 800 (350 Έλληνες, 450 Τούρκοι).

3. Καρακότσα, με λίγες ελληνικές οικογένειες.

4. Σακίζαγάτσι, με ελάχιστες ελληνικές οικογένειες.

Ο καζάς είχε και αρκετά χωριά με αμιγή τουρκικό πληθυσμό, ανυπολόγιστου αριθμού: Σιγατζίκι (περίπου 1.000 κάτ.), Μπεϊνέρι, Εφέντσικούρια (περίπου 100 οικογένειες), Ντεμίσι, Αρτεμίζι, Μοναστηράκι, Παγιαμλί (περίπου 40 οικ.), Κουιτζάκι, Καβάντερες (περίπου 30 οικ.), Καβατζίκι (περίπου 40 οικ.) και Τεπετζίκι (περίπου 200 κάτ.).

Το σύνολο των κατοίκων της περιοχής αυτής το 1920-1922 έφτανε κατά προσέγγιση τις 9.000, εκ των οποίων περίπου 2.500 Έλληνες (ποσοστό 27 %, το μικρότερο σε όλη την Ερυθραία)».

 

Έρευνα & φωτο: Νάσος Μπράτσος