Στο ακόλουθο κείμενο-σημειώσεις, βασίστηκε (όχι λέξη προς λέξη, αλλά το βασικό της περιεχόμενο) η ομιλία μας στην βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου (εκδόσεις των συναδέλφων) «Στα όπλα», που έγραψε ο Κίκε Πεϊνάδο (Enrique Peinado Moro, ευρύτερα γνωστός ως Quique Peinado) για την ιστορία της Ράγιο Βαγιεκάνο. Η βιβλιοπαρουσίαση διοργανώθηκε από το Rayo Vallecano Greek Fans και τον χώρο Πολυμήχανο Cafe teatral, Φλέμινγκ 58, Αργυρούπολη, που τους ευχαριστούμε για την πρόσκληση.
ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Ποιες ήταν οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες γέννησης της Ράγιο και ένταξής της σχεδόν από την αφετηρία της ίδρυσής της
Οι προγονικές μορφές
Από το 1914 (Σεπτέμβριος) έχουμε την ίδρυση της Εργατικής Αθλητικής Εταιρείας στη Μαδρίτη με πρωτοβουλία σοσιαλιστών. Περνάει με σχετική ηρεμία την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, γιατί η Ισπανία δεν συμμετείχε και τον Απρίλη του 1931 μπαίνει στην περίοδο της λεγόμενης δεύτερης δημοκρατικής περιόδου αφού ο βασιλιάς Αλφόνσος ΙΓ΄ εγκατέλειψε τη χώρα κατόπιν των νικών των ρεπουμπλικάνων στις εκλογές. Τελείωσε το 1939 με την ήττα των δημοκρατικών στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο και την επικράτηση του δικτάτορα Φράνκο.
Ανάλογες αναζητήσεις σύνδεσης του αθλητισμού σαν μέσο ψυχαγωγίας και ειδικά του ποδοσφαίρου που ήταν εύκολο να το αγαπήσουν πλατιές εργατικές μάζες γιατί δεν ήταν δαπανηρό σπορ για πλούσιους όπως πχ η ιππασία κλπ, γίνονταν σχεδόν παντού στην Ευρώπη από τους πρώιμους σοσιαλιστικούς ομίλους της εποχής.
Η Ισπανία είχε το θετικό σε αντίθεση με την Ελλάδα, ότι την αθλητική της εξέλιξη δεν την επηρέασαν άμεσα οι πόλεμοι, όπως έγινε στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με τον Α’ Παγκόσμιο, τους Βαλκανικούς πολέμους, την εκστρατεία ενάντια στην τότε ΕΣΣΔ το 1919 και την Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή.
Το 1926 στη Γκουανταλαχάρα, δημιουργήθηκαν αθλητικά σωματεία σε μια προσπάθεια προώθησης ενός εργατικού αθλητισμού, ξεχωριστού από τις επιχειρήσεις και τη βία που των αστικών αθλημάτων και δεν αναφερόμαστε μόνο σε οπαδικού τύπου συγκρούσεις, αλλά και σε κριτικές εναντίον της πυγμαχίας (που πάντως υπήρξε δημοφιλές σπορ στις ομοσπονδίες του εργατικού αθλητισμού) και των ταυρομαχιών.
Ενός αθλητισμού που θα κάλυπτε τις ψυχαγωγικές ανάγκες της εργατικής τάξης, ενώ παράλληλα θα χρησίμευε ως τρόπος αποτροπής πολλών νέων από την ένταξη σε δεξιές και εκκλησιαστικές οργανώσεις. Το όνομα του φορέα ήταν Ένωση Εργατικού Αθλητισμού (A.D.O.)
Η Ράγιο Βαγιεκάνο ιδρύθηκε το 1924. Το 1931, δημιουργήθηκε η Ομοσπονδία Εργατικού Ποδοσφαίρου στην Ισπανία, και η Ράγιο Βαγιεκάνο συμμετείχε μέχρι την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Η Ομοσπονδία Εργατικού Αθλητισμού στην Ισπανία (γνωστή κυρίως ως Federación Cultural Deportiva Obrera - FCDO, ήταν προσκείμενη στην αριστερά, έχοντας στενούς δεσμούς τόσο με το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE) και το συνδικάτο του (UGT) όσο και με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας (PCE) που αργότερα πήρε το πάνω χέρι, θα επανέλθουμε σε λίγο στο ιδεολογικό προφίλ της ομοσπονδίας.
Tρεις κατηγορίες τρόπων εισόδου συλλόγων στο κίνημα αυτό
1-«έτοιμες» ιδεολογικά ομάδες με ανάλογη κοινωνική σύνθεση, που προϋπήρχαν όπως η Ράγιο
2-ομάδες που δημιουργήθηκαν με πολιτική απόφαση για να ενταχθούν στο κίνημα αυτό
3-ομάδες που ήταν έξω από το κίνημα αυτό και έγινε δουλειά στους κόλπους τους, με παράλληλη εγγραφή νέων μελών, που ανέτρεψαν τους συσχετισμούς και έλαβαν ακολούθως αποφάσεις ένταξης.
Μάλιστα η Ράγιο τότε ενταγμένη στο διεθνές κίνημα του εργατικού αθλητισμού έχει μία ιστορική συνέχεια, με το ίδιο όνομα (μικροαλλαγές στα συνθετικά του) φαινόμενο σπάνιο στον παγκόσμιο αθλητισμό. Στη χώρα μας ανάλογο φαινόμενο, δυστυχώς χωρίς σημαντική βάση φιλάθλων πια, είναι η από Κωνσταντινουπολίτικης προέλευσης πρόσφυγες, ΠΕΡΑ ΚΛΟΥΜΠ που αγωνίστηκε στις διοργανώσεις του κινήματος του εργατικού αθλητισμού, συμμετείχε στις αντιστασιακές αθλητικές δράσεις στην περίοδο της κατοχής, διώχτηκε από την δικτατορία του 1967-1974 και αγωνίζεται στις μέρες μας στα πρωταθλήματα της ΕΠΣΑ.
ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ
Στο πολιτικό πεδίο σε διεθνή βάση, είχαν ήδη συγκρουστεί δύο αντιλήψεις για τον αθλητισμό. Από τη μία ένα ρεύμα που στηρίχτηκε από το σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα της εποχής και το ρεύμα της κομμουνιστικής τρίτης διεθνούς, που αρχικά με ξεχωριστές αθλητικές οργανώσεις (μαζικές στο σημείο να συγκροτούν ομοσπονδίες και διεθνείς διοργανώσεις) και μετέπειτα με την πολιτική του λαϊκού μετώπου ενάντια στο φασισμό, συνεργαζόμενες οργανωτικά, πρέσβευαν τα ιδεώδη του αθλητισμού της χαράς και της συναδέλφωσης.
Από την άλλη Χίτλερ και Μουσολίνι, επένδυαν στον αθλητισμό για να προβάλλουν ο πρώτος την “ανωτερότητα” της Αρίας Φυλής μέσα και των αθλητικών αποτελεσμάτων και ο δεύτερος μέσω αποτελεσμάτων και αθλητικών έργων την “αποτελεσματικότητα” του φασιστικού κράτους.
Το έλεγαν ανοιχτά και ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι και οι ευρωπαϊκές αστικές κυβερνήσεις, ότι έβλεπαν συν τοις άλλοις τον αθλητισμό και σαν μέσο απόκτησης καλής φυσικής κατάστασης της νεολαίας για να είναι έτοιμη για τον νέο πόλεμο που έρχονταν και όλοι τον έβλεπαν και ήταν ο Β Παγκόσμιος.
Ενδιάμεσα αυτών των ρευμάτων οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις φοβούμενες τυχόν επεκτατικές βλέψεις της τότε ΕΣΣΔ, επέλεξαν τη συμμετοχή στις χιτλερικές αθλητικές διοργανώσεις, “επενδύοντας” σε έναν ισχυρό στρατιωτικά και οικονομικά σύμμαχο, που η ιστορία έδειξε ότι δεν δίστασε να τους κατακτήσει και να τους αιματοκυλήσει και τους ίδιους χωρίς οίκτο.
Επιστρέφοντας στην Ισπανία, από το 1931 οι σοσιαλιστές επιχείρησαν να δημιουργήσουν ένα πρωτάθλημα ανεξάρτητο από το επίσημο και μια από τις ομάδες που συμμετείχαν σε αυτό το πρωτάθλημα ήταν η ΠΡΟΫΠΑΡΧΟΥΣΑ – ΤΟ ΞΑΝΑΛΕΜΕ της επιλογής αυτής, με ήδη διαμορφωμένη κοινωνική-πολιτική βάση, Ράγιο Βαγιεκάνο, μαζί με πολλές άλλες ομάδες της Μαδρίτης.
Συνεπώς η Ράγιο είχε αντιφασιστικό-αντιναζιστικό, διεθνιστικό πρόσημο από τότε και αντιρατσιστικό, για να θυμίσω τι συνέβη όταν στην Ολυμπιάδα του Βερολίνου ο αφροαμερικανός Τζέσε Όουνες με τα τέσσερα χρυσά ανάγκασε τον Χίτλερ να φύγει από το γήπεδο.
Το 1936 και ενώ είχε προγραμματιστεί η Λαϊκή Ολυμπιάδα της Βαρκελώνης, ξεσπάει ο ισπανικός εμφύλιος με τους παίκτες και την κοινωνική βάση της Ράγιο να συντάσσονται με το αντιδικτατορικό στρατόπεδο.
Τον Αύγουστο του 1936, η Ομοσπονδία Εργατικού Αθλητισμού (FCDO) σε συνεργασία με το Καστιλιάνικο Ποδοσφαιρικό Σωματείο στη Μαδρίτη, ίδρυσε ένα ειδικό στρατιωτικό σώμα. Εκατοντάδες επαγγελματίες και ερασιτέχνες αθλητές, άνδρες και γυναίκες κατατάχθηκαν στο «Αθλητικό Τάγμα» (Batallón Deportivo) και πολέμησαν στην πρώτη γραμμή της άμυνας της Μαδρίτης.
Εντοπίστηκαν αναφορές (χωρίς ονόματα) ότι πολλοί ποδοσφαιριστές και μέλη της Ράγιο Βαγιεκάνο κατατάχθηκαν αμέσως εθελοντικά. Πολέμησαν ως πολιτοφύλακες (milicianos) στην πρώτη γραμμή, κυρίως στην οροσειρά Σιέρα ντε Γουαδαράμα.
Το «Κύπελλο της Ελεύθερης Ισπανίας» (Copa de España Libre): Το 1937, στις περιοχές της Μεσογείου που έλεγχαν ακόμα οι Δημοκρατικοί (Καταλονία και Βαλένθια), διοργανώθηκε ένα εναλλακτικό πρωτάθλημα και κύπελλο. Νικήτρια του Κυπέλλου αναδείχθηκε η Λεβάντε (Levante FC). Επίσης στην Καταλονία έγιναν δεκάδες αθλητικές εκδηλώσεις (πυγμαχία, ποδηλασία, ράγκμπι) για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ακόμα και στις γραμμές του μετώπου, οι πολιτοφύλακες (milicianos) οργάνωναν πρόχειρους ποδοσφαιρικούς αγώνες για να σπάει η μονοτονία του πολέμου.
Με την επικράτηση του φρανκισμού, διαλύεται η Ομοσπονδία Εργατών Ποδοσφαίρου, για προφανείς λόγους, αφού το προφίλ της ήταν αντίθετο στις αξίες που ήθελε να προωθήσει το δικτατορικό καθεστώς και ένας τομέας από τον οποίο θα τις διοχέτευε ήταν και ο αθλητισμός.
Όπως αναφέρει η Ράγιο στην ιστορία της: «Εντάχθηκε στην Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου της Καστίλης μετά το τέλος του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου το 1939, μια ένωση που είχε σχεδιαστεί πριν από το ξέσπασμα της σύγκρουσης. Την περίοδο 1939-40, ο σύλλογος αναδιοργανώθηκε και ο Εντουάρντο Μοραλέντα Μάζο διορίστηκε πρόεδρος.
Στις 11 Ιανουαρίου 1940, ο σύλλογος εγγράφηκε επίσημα στην Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου της Καστίλης. Επιπλέον, αποφασίστηκε να ξεκινήσει η κατασκευή ενός μόνιμου σταδίου, καθώς η ομάδα έπαιζε τους αγώνες της σε ενοικιαζόμενα γήπεδα από την ίδρυσή της. Το 1940, η ομάδα άρχισε να παίζει τους αγώνες της στο "Campo de El Rodival" (Γήπεδο El Rodival). Το όνομά της προήλθε από την εταιρεία Radio Rodival (η οποία προμήθευε ηλεκτρικό εξοπλισμό) και κατείχε το γήπεδο».
Θα είχε ενδιαφέρον και όσοι βρισκόμαστε σήμερα εδώ «παίρνουμε δουλειά για το σπίτι», να βρούμε, μέσα από τις σχέσεις με τους bucaneros, την ιστορία των παικτών του ρόστερ της εποχής της Ράγιο της περιόδου του ισπανικού εμφυλίου, τί έγινε μετά τη νίκη του Φράνκο, τί απέγιναν οι ίδιοι, ποιοι ενδεχομένως έπεσαν σε μάχες, ποιοι επιβίωσαν, ποιοι συνέχισαν τον αθλητισμό, ποιες διοικητικές αλλαγές σημειώθηκαν ή όποια άλλη εξέλιξη υπήρξε.
Επίσης το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο και εδώ είναι η ουσία του βιβλίου, είναι πως «διασώθηκε» και πέρασε από γενιά σε γενιά η υποστήριξη της κοινωνικής βάσης της Ράγιο, όταν ιδιοκτησιακά και οργανωτικά στις αθλητικές διοργανώσεις της Ισπανίας είχε μπει «γύψος» και ασφυκτικός έλεγχος, αλλά και πώς αυτό συνεχίζεται ως τις μέρες μας, που είναι γνωστή η αντίθεση με τον πρόεδρο, αλλά και περιστατικά όπως η γενικευμένη εξόρμηση καθαριότητας στο γήπεδο, επειδή είχε πατήσει το πόδι του ηγετικό στέλεχος του ακροδεξιού κόμματος VOX.
Ο συγγραφέας αναφέρει το πώς επηρεάστηκε από τον πατέρα του, όχι με βάση τα ποδοσφαιρικά επιτεύγματα της Ράγιο (άλλωστε ο ίδιος αλληθώριζε μικρός και προς τη Ρεάλ), αλλά σε επίπεδο σκέψης, οπτικής, αποκωδικοποίησης της κοινωνικής εμπειρίας που απλόχερα μοίραζε το Βαγιέκας.
Κοιτάζοντας φωτογραφίες του Βαγιέκας από διάφορες δύσκολες ιστορικές περιόδους, ήταν σαν να βλέπω φωτογραφίες ή να διαβάζω αφηγήσεις που στη χώρα μας σημάδεψαν τον τρόπο σκέψης και την κουλτούρα γενιών και περιοχών.
Για παράδειγμα δύο κοριτσάκια που κρύβονταν στην περίοδο βομβαρδισμού του Βαγιέκας από τον Φράνκο, θα μπορούσε να είναι φωτογραφία από τους κατοχικούς βομβαρδισμούς του Πειραιά αρχικά από τους ναζί και μετέπειτα από τους αγγλοαμερικάνους, ή από τον βομβαρδισμό της Πάτρας από τους Ιταλούς στην έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου.Διαβάζοντας για τις διώξεις και τις εκτελέσεις στις οποίες προχώρησε το δικτατορικό καθεστώς του Φράνκο, ήταν σαν να διαβάζω μαρτυρίες από το Μπλόκο της Κοκκινιάς, το Μπλόκο της Καλογρέζας, τις πρώτες μέρες του πραξικοπήματος του 1967, κλπ.
Γράφει ο συγγραφέας: «Στις 28 Μαρτίου 1939, ο Φράνκο έφτασε στην πρωτεύουσα. Τέσσερις ημέρες αργότερα, η μεγαλύτερη αλλαγή στη γειτονιά ήταν ότι το στάδιο της μετατράπηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης χωρητικότητας περίπου εννέα χιλιάδων ατόμων».
Την ίδια εικόνα ζήσαμε και στην Ελλάδα με την μεταφορά πολιτικών κρατουμένων στο γήπεδο της ΑΕΚ και στον ιππόδρομο, στο πραξικόπημα του 1967, από όπου γίνονταν οι διαλογές και οι μεταφορές στους τόπους εξορίας.
Οι μηχανισμοί περάσματος κουλτούρας και ιστορικής μνήμης από γενιά σε γενιά συναντήθηκαν και στη χώρα μας πριν γραφτεί το βιβλίο για το οποίο βρισκόμαστε σήμερα εδώ.
Για παράδειγμα στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1930, συχνά η χωροφυλακή απλώνονταν περιμετρικά των γηπέδων που γίνονταν αγώνες του εργατικού αθλητισμού και προπηλάκιζε πιτσιρικάδες που πήγαιναν να τους δουν. Χώρια οι άλλες διώξεις σε βάρος παικτών και διοικήσεων.
Τα δεκάχρονα του 1930 ήταν οι 15χρονοι του 1935-36 που στήριζαν την καμπάνια για ελληνική αποστολή στην Λαϊκή Ολυμπιάδα της Βαρκελώνης, ήταν οι 20χρονοι που πολέμησαν στην Αλβανία και ακολούθως εντάχθηκαν στις αντιστασιακές οργανώσεις και τα αθλητικά σωματεία που είχαν δράση στα κατοχικά χρόνια.
Κάπως έτσι λειτούργησαν παντού και στο Βαγιέκας, τα περάσματα της ιστορικής μνήμης, από πατέρα σε γιό, από το γιό στα δικά του παιδιά και από τα βιώματα κάθε ανθρώπου που εξελίσσονταν.
Ειδικά σε περιοχές με έντονο το τοπικό στοιχείο στην κοινωνική ζωή, η ρίζα πάντα αποδεικνύεται βαθιά και ανθεκτική.
Άλλο ένα παράδειγμα, με βάση αναφορά του βιβλίου. Γράφει ο συγγραφέας:
«Ένας από τους πιο σκληρούς κανόνες του καθεστώτος Φράνκο όριζε ότι ένα σπίτι θεωρούνταν κατοικήσιμο μόνο εάν είχε στέγη. Για πολλούς κατοίκους χωρίς άδειες ή πόρους, αυτό σήμαινε την κρυφή κατασκευή τοίχων και, τη νύχτα, την βιαστική τοποθέτηση της στέγης. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούσαν να αποτρέψουν την κατεδάφιση των σπιτιών τους από τις αρχές την επόμενη μέρα. Στην περίπτωση της Βαγιέκας, αυτές ήταν οι «domingueras», σπίτια που χτίστηκαν μέσω κοινοτικής συνεργασίας την μόνη ημέρα ανάπαυσης των εργατών, από την οποία προέρχονται και το όνομά τους».
Το ίδιο συνέβη αμέσως μετά τον Β Παγκόσμιο και στην Ελλάδα και έτσι σηκώθηκαν μέσα σε μία νύχτα σπίτια στην Ελλάδα με συλλογική εργασία σε εργατογειτονιές της Αθήνας για να υπάρχει στέγη και κεραμίδια σε εργατικές οικογένειες.
Για όλους αυτούς τους κοινωνικούς-πολιτικούς λόγους το No Politica και στις κερκίδες της Ράγιο, έχει ηττηθεί κατά κράτος.
Κλείνω με δύο τσιτάτα από το βιβλίο
1)Λόγια Καταλανού υποστηρικτή: «Έγινα Ράγιο από ηθική και πολιτική επιλογή, θεωρώ αυτή την ομάδα έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπεις τη ζωή και το ποδόσφαιρο, την πονάω και την διεκδικώ».
2)Σελ. 28 Η Ράγιο όσο ο κόσμος δεν την εγκαταλείπει θα είναι ένα κακό σπυρί στον κώλο όσων έχουν μετατρέψει το ποδόσφαιρο σε χώρο εξουσίας που αλωνίζουν οι μεγαλοεπιχειρηματίες για να ασκήσουν την επιρροή τους.








