...αναδημοσίευση από το www.ertnews.gr...
Ο συγγραφέας-ερευνητής περιγράφει ένα τυχαίο περιστατικό που συνέβη το 2020, μία συνάντηση με έναν ηλικιωμένο, όπου ήταν γνωστός του πατέρα του, Αντώνη Αλμπανόπουλου και από την κουβέντα γι’ αυτόν του μπήκε η ιδέα. Προσωπική μας εκτίμηση είναι «ότι δεν είναι έτσι», γιατί οι άνθρωποι που έχουν μέσα τους το κίνητρο να καταγράψουν την ιστορία, άθελά τους λειτουργούν σαν «μαγνήτες», τους «ψάχνει» και η ιστορία για να γίνουν καταγραφείς της. Αργά ή γρήγορα, ανεξάρτητα από αφορμή, εκτίμησή μας είναι ότι αυτό θα συνέβαινε και με τον Ν. Αλμπανόπουλο.
Άλλωστε είχε γίνει η νοητική προεργασία τις φορές εκείνες που όπως αναφέρει ο συγγραφέας, κοιτούσε το πράσινο κουτί όπου υπήρχαν οι αναλογικές φωτογραφίες από το οικογενειακό αρχείο και όσο περνούσε ο χρόνος, περιορίζονταν οι εικονιζόμενοι που είχαν μείνει στη ζωή.
Ξεκίνησε λοιπόν μία σειρά συνεντεύξεων με 36 Συριανούς, κατά κανόνα γεννημένους στη δεκαετία του 1930 και κάποιοι λιγότεροι, στη δεκαετία του 1920. Τούς ζήτησε να μιλήσουν για τη Σύρο όπως την έζησαν, αλλά να πουν και μία κουβέντα για τον πατέρα του (κοινό στοιχείο των 36 ότι τον γνώριζαν) που ειδικά ως εργαζόμενος σε κινηματογράφους στη Σύρο (έκανε και άλλα επαγγέλματα και αργότερα άνοιξε κατάστημα ηλεκτρικών ειδών από όπου συνταξιοδοτήθηκε), ήταν ιδιαίτερα γνωστός, ενώ υπηρέτησε πολλά χρόνια και το χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αποτελούσε δηλαδή σημαντικό στοιχείο της τοπικής κοινωνίας.
Με «κλειδί» την γνωριμία με αυτόν, άνοιξαν 36 «σεντούκια αναμνήσεων» και το αποτέλεσμα ήταν να προκύψουν μαρτυρίες «προφορικής ιστορίας», αποτυπωμένες στο χαρτί, της ιστορίας «από τα κάτω» που φωτίζει πτυχές τις καθημερινότητας των ανθρώπων και ειδικά του απλού καθημερινού κόσμου, άλλοτε ήρωα στον αγώνα για το καθημερινό μεροκάματο, άλλοτε ήρωα στις δύσκολες στιγμές της χώρας, άλλοτε ήρωα στον αγώνα της δημιουργικότητας για να έχει ο απλός κόσμος «ψωμί και τριαντάφυλλα». Ο Αντώνης Αλμπανόπουλος, πατέρας του συγγραφέα, ήταν ακριβώς αυτή η περίπτωση.
Στο βιβλίο συναντάμε αρκετές ιστορικές περιόδους
Πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους η Ερμούπολη, αλλά και τόπος στον οποίο βρήκαν αποκούμπι και νέα πατρίδα, αρκετοί Μικρασιάτες πρόσφυγες. Γι αυτό και η περιγραφή για μία βιομηχανική εργατική Σύρο με πολλές βιομηχανίες και βιοτεχνίες, ειδικά κλωστοϋφαντουργίες, με το ανθρώπινο μελίσσι να ξεχύνεται στους δρόμους από το χάραμα για να πάει στη δουλειά, μας φάνηκε «γνωστή».
Την συναντήσαμε στην ίδια ιστορική περίοδο και σε άλλες περιοχές με τα ίδια χαρακτηριστικά, όπως η Νέα Ιωνία Αττικής και η Νέα Ιωνία του Βόλου, όπου και εκεί οι ίδιες εικόνες έχουν καταγραφεί.
Ακολούθησε η κατοχή, με τους συνεντευξιαζόμενους να περιγράφουν σκληρές εικόνες από την πείνα και να αναφέρουν ότι η ιταλική στρατιωτική δύναμη είχε σαφώς πιο χαλαρή αντιμετώπιση στον συριανό πληθυσμό, από τους Γερμανούς που ακολούθησαν. Μεταφορά νεκρών σε τυμπανιαία κατάσταση, πάνω σε πόρτες, γιατί φέρετρα-ξυλεία δεν υπήρχε, όπως συνέβη και σε άλλα μέρη, ήταν καθημερινές εικόνες, όπως και ο κίνδυνος των βομβαρδισμών, ανεξάρτητα από το σε ποιανού τα χέρια ήταν το νησί, αφού οι αντίπαλοί πάντα το είχαν στόχο.
Δραματικές προσπάθειες για εξασφάλιση τροφής από πιτσιρίκια (μεταξύ τους και κάποιοι από αυτούς που μιλάνε στο βιβλίο) όταν οι Γερμανοί έχτισαν τοίχους στα σοκάκια για να μην υπάρχει οπτική επαφή και πρόσβαση των ντόπιων με το λιμάνι-αποθήκες. Και όπου υπήρχε κάποια τρύπα, τα ισχνά πιτσιρίκια τρύπωναν για να κλέψουν ό,τι μπορούσαν για να το χρησιμοποιήσουν για την επιβίωση των ίδιων και της οικογένειάς τους. Μερικά εντοπίστηκαν, αλλά έπεσαν σε πρόσωπα που τους την χάρισαν.
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται και για το «αραντό», ένα μίγμα από αλεύρι και νερό, που αποδείχτηκε χρήσιμο για να «ξεγελάσει» την πείνα εκείνα τα χρόνια.
Δεν έλειψαν και οι περιπετειώδεις διαφυγές στη Μέση Ανατολή, με πρώτο σταθμό τα παράλια της Τουρκίας και ακολούθως τις προωθήσεις αρχικά στη Συρία και από εκεί σε άλλους προορισμούς, οι άντρες για το συμμαχικό στρατό, ηλικιωμένοι, παιδιά και γυναίκες για τόπους φιλοξενίας προσφύγων. Σαφώς όμως το φαινόμενο αυτό ήταν πιο περιορισμένο στη Σύρο από ότι σε νησιά που ήταν πολύ πιο κοντά στην Τουρκία (Β. Αιγαίο και Δωδεκάνησα).
Όταν έφυγαν οι Γερμανοί, οι αποθήκες λεηλατήθηκαν από τον κόσμο, χρήματα δεν υπήρχαν, αν δεν έπαιρνες τροφή αλλά κάτι άλλο, λειτουργούσε η «ανταλλακτική οικονομία», το έδινες και έπαιρνες κάτι πιο χρήσιμο. Για παράδειγμα ένας πιτσιρίκος έκλεψε (απαλλοτρίωσε η σωστή λέξη γιατί μιλάμε για στοκ των κατακτητών) ένα κουτί που περιείχε κολόνιες και στο σπίτι του αποφάσισαν να το ανταλλάξουν με τρόφιμα που σε άλλα σπίτια είχαν περιθώριο να τους δώσουν.
Προσθέτουμε μία μαρτυρία που δεν περιλαμβάνει το βιβλίο, αλλά είχαμε καταγράψει σε δικιά μας έρευνα στο παρελθόν, μάλλον ο πλέον άτυχος της Σύρου ήταν αυτός που ως πιτσιρίκος στην έφοδο στις γερμανικές αποθήκες, απαλλοτρίωσε ένα κουτί, που όταν το άνοιξαν στο σπίτι είχε μέσα χειροβομβίδες των κατακτητών, είδος μάλλον δύσκολο να το ανταλλάξεις με φαγητό.
Ειδική μνεία γίνεται για τον Ντ’ Αμπρόσιο, τον Ιταλό που έσωσε τη Σύρο, καθώς οι Γερμανοι είχαν παγιδεύσει το λιμάνι και άλλες εγκαταστάσεις με εκρηκτικά για να τα ανατινάξουν φεύγοντας. Ο Ιταλός το γνώριζε και τα αποσύνδεσε και έτσι η Σύρος δεν επέστρεψε στη λίθινη εποχή.
![]() |
| Νίκος Αλμπανόπουλος |
Και όμως ο κινηματογράφος, ειδικά σε μικρές κοινωνίες που γνωρίζονται μεταξύ τους σχεδόν όλοι, αποτελούσε εκείνες τις εποχές εκτός από ψυχαγωγία και ευρύτερο γεγονός κοινωνικής σημασίας, γνωριμίες, φλερτ, δείγμα ευμάρειας ή μη ανάλογα με τα ρούχα που επέλεγε ο θεατής να φορέσει και αποτύπωναν την οικονομική του κατάσταση, χιούμορ και σχολιασμοί της ταινίας, αλλά και ευρύτερου περιεχομένου, μεταξύ των θεατών πριν ή μετά το έργο, αλλά και τρόποι που οι πιτσιρικάδες της εποχής σκαρφίζονταν για να δουν χωρίς αντίτιμο την ταινία, ήταν φαινόμενο όχι μόνο της Σύρου αλλά πανελλαδικής κλίμακας.
Οι οικονομικές πιέσεις, τόσο στην μεταπολεμική περίοδο λόγω των καταστροφών που υπέστη η χώρα, αλλά και των αλλαγών σε τομείς εργοστασιακής δραστηριότητας (επέκταση των μηχανών σε βάρος της χειρονακτικής εργασίας, αλλαγές στην κατάταξη της σημασίας κλάδων, αλλαγές στις μεταφορές, συνεπώς και με επιπτώσεις στις πρώτες ύλες, κλπ) αναπόφευκτα οδήγησαν πολλούς στη διέξοδο της θάλασσας, στο μπαρκάρισμα και άλλους λιγότερους σε αλλαγές εργασιακών επιλογών εντός του νησιού, όχι κατ’ ανάγκη με ιδιαίτερα οικονομικά οφέλη.
Τα μπάρκα δεν ήταν πάντα ανέφελα καθώς η θάλασσα δημιούργησε προβλήματα σε αρκετές περιπτώσεις και χάθηκαν άνθρωποι σε ναυάγια.
Πατεράδες που χάθηκαν στη θάλασσα, ή στον πόλεμο, πατεράδες που έκαναν μακροχρόνια μπάρκα και δεν ήταν πάντα συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς την οικογένεια που έμεινε πίσω, όλα αυτά είχαν σαν συνέπεια ανήλικους που έμπαιναν σε ιδρύματα αρωγής για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους με το λιγοστό φαγητό που τους εξασφάλιζε η είσοδος σε αυτά.
Χρόνια δύσκολα, που σημάδεψαν τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων αυτών και δικαίως αναρωτιούνται στις σελίδες του βιβλίου, αν η διήγηση στη σημερινή νεολαία μπορεί να γίνει πιστευτή, όταν τα νέα παιδιά μεγαλώνουν με τα δεδομένα της εποχής μας.
Ήρθε και η δικτατορία του 1967, που οι συνεντευξιαζόμενοι αναφέρουν ότι δεν αποτύπωσε στη συριανή κοινωνία, το ιδιαίτερα ωμό πρόσωπο που γνώρισαν άλλες περιοχές. Όμως όπως αναφέρει ένας από αυτούς που μίλησαν στον Νίκο Αλμπανόπουλο, «είχα τρία παιδιά και αναγκάστηκα να κάνω τον μ….α», ενώ ένας άλλος, ότι τον φώναζαν να παραστήσει το κοινό σε χουντικές ομιλίες και να χειροκροτεί, παρακολουθώντας μάλιστα τις «επιδόσεις» του για τις οποίες όταν δεν ήταν ικανοποιητικές ή δεν πήγαινε προφασιζόμενος τον άρρωστο, γίνονταν και «παρατηρήσεις». Στο νησί, όπως και αλλού, «ανθούσαν» οι ρουφιάνοι για να καταγράψουν όποιον θεωρούσαν ύποπτο.
Στο κάδρο μπαίνουν έστω «από το πλάι» και οι πολιτικοί κρατούμενοι της Γυάρου, καθώς ο εφοδιασμός του στρατοπέδου κράτησης γίνονταν με συριανά καΐκια και τα πληρώματά τους, μαζί και οι μικρότεροι σε ηλικία «παραγιοί», είχαν αντιληφθεί τί συνέβαινε εκεί και σε ορισμένες περιπτώσεις βοήθησαν με κίνδυνο να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις.
Περιγράφοντας τις δύσκολες εποχές που πέρασε ένας εκ των συνεντευξιαζόμενων δήλωσε «Πολλές φορές στη ζωή μου γεννήθηκα, μία θα πεθάνω. Το λες και καλή τύχη, έτσι δεν είναι»;
Ένας άλλος νοσταλγώντας τις εποχές που πέρασε με τους φίλους του που πια έχουν «φύγει», μεταξύ αυτών και ο Αντώνης Αλμπανόπουλος, είπε και τελικά επιλέχτηκε και σαν τίτλος του βιβλίου «και θα συναντηθούμε στον παράδεισο».
Ποιoς ήταν ο Αντώνης Αλμπανόπουλος (απόσπασμα από παλιό άρθρο του Ν. Αλμπανόπουλου στο FB)
«Ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1928. Γνώρισε την κατοχή στην εφηβεία του. Τις αναμνήσεις του τις έχω καταγράψει. Είδε τον πατέρα του να σβήνει από φυματίωση, κρατούμενος των Ιταλών στα Λαζαρέτα. Τις τελευταίες παραινέσεις του, χειρόγραφες, τις κράτησε από το Φεβρουάριο 1943 σε ένα φάκελο. Μας τον έδωσε πρόσφατα.
Αντίκρισε το όπλο ενός Γερμανού στρατιώτη, στα σκαλάκια πλάι στο πρώτο δημοτικό. Όχι από κανένα ηρωισμό, αλλά επειδή τον πήρανε τα γέλια όταν ο στρατιώτης γλίστρησε ενώ έτρεχε. Ένας γείτονας μπήκε ανάμεσα λέγοντας «άστο, παιδάκι είναι». Η κατοχή του άφησε τραύμα. Έκτοτε, σε κάθε Γερμανό έβλεπε τον παλιό κατακτητή. Δεν είχε δίκιο βέβαια, αλλά ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει;
Την απέχθεια με τους Γερμανούς την κράτησε στο ποδόσφαιρο. Ήθελε πάντα να χάνουν οι ομάδες τους, με όποιον και αν έπαιζαν. Δεν ξεχνώ τη στενοχώρια του μπροστά στην ασπρόμαυρη τηλεόραση, το βράδυ που η Γερμανία κέρδισε τη Γαλλία στα πέναλτι, στο παγκόσμιο του 1982. Στο δολοφονικό χτύπημα του Σουμάχερ στον Μπατιστόν είδε έναν κανονικό λοχία του γερμανικού στρατού, να συμπεριφέρεται με το γνώριμο τρόπο τους. Άντε μετά να του αλλάξεις γνώμη.
Στην Κατοχή, πήγαιναν με τον αδελφό του Γιώργο σε όλους τους κόλπους της Απάνω Μεριάς (Μαρμάρι, Αμερικάνου -που τότε δεν λεγόταν έτσι) και ψάρευαν. Έπειτα έφερναν τα ψάρια σπίτι κρυμμένα σε θάμνους, που δήθεν κουβαλούσαν για φωτιά. Φοβόντουσαν να μην τους τα αρπάξουν άλλοι, πιο πεινασμένοι. Αυτό, και το ενοίκιο σε είδος (μια γαλέτα τη μέρα!) ενός Ιταλού υπαξιωματικού, στον οποίο η γιαγιά μου νοίκιαζε το μικρό δωμάτιο της αυλής, τους κράτησαν στη ζωή.
Την ίδια περίοδο έμαθε την τέχνη του μηχανικού προβολής. Στο Θέατρο Απόλλων, πλάι στον Βασίλη Μαντό. Και έπειτα δούλεψε σε κινηματογράφους στη Σύρο, την Πάρο, τη Ρόδο. Μεγάλο πάθος του ο αμερικάνικος ασπρόμαυρος κινηματογράφος και οι «καλλονές» σταρ του: Γκρέις Κέλι (πρώτη), Λιζ Τέιλορ, Γκρέτα Γκάρμπο, Σοφία Λόρεν, Βίβιαν Λι και άλλες, είχα μάθει τα ονόματα πριν καταλάβω τι μπορεί να μας εντυπωσιάζει σε μια γυναίκα».
Νίκος Αλμπανόπουλος
Ο Νίκος Αλμπανόπουλος [1965-], γεννήθηκε στην Ερμούπολη Σύρου. Έχει πτυχία Χημείας (1989) και Φιλοσοφίας (2002) από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη διαχείριση αποβλήτων στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (MSc, 2022) με διπλωματική εργασία τη ρύπανση του περιβάλλοντος στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Είχε εκδοτική δραστηριότητα στα Ιωάννινα (μηνιαία "Εφημερίδα για την Ήπειρο", δεκαπενθήμερο περιοδικό "Μικρόπολις") ενώ είχε διατελέσει διευθυντής στη μεγαλύτερη ημερήσια εφημερίδα της πόλης, "Ηπειρωτικός Αγών" (1998-2000).
Έχει βραβευτεί με το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας "Αμπντί Ιπεκτσί" (1998) για την αρθρογραφία του υπέρ της διάσωσης του ισλαμικού τεμένους στην πλατεία Καλούτσιανης των Ιωαννίνων. Έργο που υλοποίησε τελικά το υπουργείο Πολιτισμού. Στο υπουργείο Εξωτερικών διετέλεσε διευθυντής του αναπληρωτή υπουργού Νίκου Ξυδάκη (2015-2016). Παρέμεινε αποσπασμένος στη Βουλή των Ελλήνων για δύο κοινοβουλευτικές περιόδους (2016-2023).
Σήμερα είναι δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Ερμούπολης. Το 2022 κυκλοφόρησε το βιβλίο του "Και θα συναντηθούμε στον παράδεισο" με αφηγήσεις ζωής 30 μεγάλων σε ηλικία ανθρώπων της Σύρου. Το 2024 το βιβλίο έκανε δεύτερη έκδοση με συνολικά 36 συνεντεύξεις.
Κέιμενο: Νάσος Μπράτσος
Σχετικό θέμα: Η εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων στη Σύρο



