Ικαριώτες Πρόσφυγες στο Β Παγκόσμιο Πόλεμο Α μέρος

https://www.youtube.com/watch?v=C625SYZQJ9U

Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

«Αγάντα Ρόμελ»: Το σαμποτάζ στην Παλαβίτσα και οι εκτελέσεις – αντίποινα των κατοχικών δυνάμεων


...αναδημοσίευση από το ert.gr...

Θέλει μεγάλη προσοχή και πολύ τύχη για να παρατηρήσει κανείς, ειδικά αν είναι επιβάτης στα διερχόμενα τρένα,  μία αναμνηστική πλάκα στο σιδηροδρομικό σταθμό της Αμφίκλειας, που αναφέρεται στα γεγονότα εκείνης της περιόδου.

Στο σαμποτάζ της σιδηροδρομικής γραμμής που στοίχισε στο Ρόμελ τον ανεφοδιασμό του, αλλά και το βαρύ φόρο αίματος που πλήρωσε ο τοπικός πληθυσμός.
Πέρασαν χρόνια από τότε, αλλά η μεγαλύτερη τιμή στο δένδρο της ιστορικής μνήμης και όσους το πότισαν με το αίμα τους, είναι ο αγώνας ενάντια στη λήθη.


Το πρώτο σαμποτάζ στην Παλαβίτσα (περιοχή μεταξύ Κάτω Τιθορέας – Αμφίκλειας) καθυστέρησε 12 μέρες τη γραμμή ανεφοδιασμού του Ρόμελ. Ο δάσκαλος Δημήτρης Χονδρός απο την Κάτω Τιθορέα, φαίνεται πρώτος αριστερά όρθιος στην κεντρική φωτογραφία. Eκτός από τις εκτελέσεις που πραγματοποίησαν οι Ιταλοί και τα ονόματα των θυμάτων αναφέρει ο Δ. Χονδρός στο κείμενο που ακολουθεί, στις 16 Απριλίου 1943 οι κατοχικές δυνάμεις εκτέλεσαν τους:
Λουκάς Πολιτικός  του Ιωάννου                         ετών 78
Παναγιώτης Πολιτικός του Λουκά                      ετών 40
Αθανάσιος Βακράκος  του Δημητρίου                 ετών 55
Δημήτριος Βακράκος  του Αθανασίου                 ετών 18
Παναγιώτης  Κατσαρός  του Κων/νου                  ετών 41
Ιωάννης  Κατσαρός  του Κων/νου                        ετών 35
Ιωάννης  Αγγέλης  του Βασιλείου                        ετών 21
Λουκάς  Νικαλέξης  του Θεμιστοκλή                  ετών 20
Γεώργιος  Περιβολάρης  του Λουκά                    ετών 20
Ιωάννης  Παπαρούλιας   του Δημητρίου              ετών 20
Σίμος    Πούλος  του Δημητρίου                          ετών 42




Koντά στο σιδηροδρομικό σταθμό υπήρχε αεροδρόμιο που το χρησιμοποιούσε η Luftwaffe και στο ενδιάμεσο της απόστασης με το σταθμό έχει ανεγερθεί  Μνημείο, στη μνήμη των κατοίκων του χωριού, που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς, σε αντίποινα για σαμποτάζ στον σιδηροδρομικό σταθμό. Μέσα στον περίβολο του μνημείου, υπάρχει ένα εγκαταλελειμμένος πυργίσκος από άρμα  Pz 38.

Η αναδημοσίευση του ιστορικού υλικού, γίνεται μετά από άδεια που μας έδωσε ο Εξωραϊστικός και Εκπολιτιστικός Σύλλογος Απανταχού Σκαμνιωτών, τον οποίο και ευχαριστούμε θερμά.
Για την επιλογή και επιμέλεια του θέματος στο ert.gr: Νάσος Μπράτσος




του Δημήτρη Λ. Χονδρού, Εκπαιδευτικού
Καπετάν Βοριάς

Ο υπεύθυνος του ΕΑΜ Μοδίου, Γεώργιος Ν. Λάσκαρης, με κάλεσε και μου διάβασε μία διαταγή, ότι πρέπει να κοπεί η σιδηροδρομική γραμμή ανάμεσα στο Κηφισοχώρι και στην Αμφίκλεια, στις 13 του μηνός Απριλίου 1943. Ακόμα μου είπε ότι δεν υπάρχουν στη διάθεσή μας εκρηκτικά και ότι θα πρέπει να προσέξουμε τη μηχανή, επειδή μέσα έχει Έλληνες μηχανοδηγούς και θερμαστές. Επίσης να διαλέξω την τοποθεσία που θα γίνει το σαμποτάζ, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει. Απευθύνονταν σε μένα διότι ήμουνα υπολοχαγός του Συντάγματος Σιδηροδρόμων και είχα γνώσεις πάνω στα τραίνα και τις σιδηροδρομικές γραμμές. (Αυτό το γνώριζαν από το βιογραφικό μου σημείωμα). Τη διαταγή μας την έδωσαν 6-7 ημέρες πριν απ’ τις 13 Απριλίου.

Μαζί με τον Δόσκαρη πήγαμε και ερευνήσαμε τη σιδηροδρομική γραμμή κοντά στα Κάτω Δαδιώτικα Καλύβια. Κανόνισα το σαμποτάζ να γίνει στην Παλαβίτσα, ακριβώς στο στόμιο της εξόδου της σιδηροδρομικής γραμμής από το βουνό, για να έχουμε θέσεις που να μπορούμε να χτυπήσουμε την αμαξοστοιχία, αν έχει στρατό και να μπορούμε να υποχωρήσουμε, σε περίπτωση ανάγκης προς τον Παρνασσό.

Επειδή δεν υπήρχαν εκρηκτικές ύλες, πήραμε ένα κλειδί απ’ το φυλάκιο του Παρνασσού, που είναι κοντά στα Κάτω Καλύβια του Δαδιού. Ξέροντας ότι οι μηχανοδηγοί και θερμαστές ήταν Έλληνες, κανόνισα να ξεβιδώσουμε τις σιδηροτροχιές τόσο μεταξύ τους, όσο και από τις τραβέρσες μόνον από την πλευρά του Παρνασσού και σε θέση που να μην πέσει σε απότομο μέρος η μηχανή, για να μην πάθουν ζημιά οι Έλληνες.
το σημείο του σαμποτάζ και ο Δ. Χονδρός
Στις 13 συναντηθήκαμε διάφορες ομάδες του εφεδρικού ΕΛΑΣ, κυρίως από τη Γλούνιστα (ή Δρυμαία), τη Δερνίτσα, τους Ξυλικούς, το Μόδι, τη Βελίτσα, το Κηφισοχώρι, την Αγία Μαρίνα, την Παναγίτσα και την Ελάτεια, περίπου 80 άνδρες ή και παραπάνω (διότι έτσι όπως είμαστε ανοργάνωτοι δεν μετρηθήκαμε ακριβώς) οπλισμένοι με ελαφρά τουφέκια, κυρίως ιταλικά, ελληνικά και γερμανικά. Μαζί μας ήρθαν και οι φύλακες του Φυλακίου Παρνασσού, Λουκάς Κατσαμάγιας, Λουκάς Καράφλας και Γεώργιος Γιώτας (Μέγας), οι οποίοι εκτός απ’ το κλειδί που μας είχαν προμηθεύσει, έφεραν άλλα δύο κλειδιά απ’ το Φυλάκιο Παρνασσού .
Όλα αυτά έγιναν, αφού πρώτα πιάσαμε θέσεις και λίγο μετά το σουρούπωμα, γιατί είχαμε την πληροφορία ότι μετά την 12η ώρα μ.μ. θα περνούσε γερμανική αμαξοστοιχία με πολεμοφόδια και στρατό κατευθυνόμενη προς Πειραιά, απ’ όπου φορτώνονταν τα εφόδια για το στρατηγό Ρόμμελ που πολεμούσε εναντίον των Συμμάχων στη Βόρεια Αφρική. Πράγματι, την ώρα αυτή περίπου (δεν είχαμε ρολόι) έφτασε η αμαξοστοιχία η οποία εκτροχιάστηκε. Η μηχανή και μερικά βαγόνια έπεσαν πλαγιαστά μέσα στα χωράφια, χωρίς να τουμπάρουν τελείως. Αρκετό κομμάτι της αμαξοστοιχίας έμεινε μέσα στην τρανσέρα.

Ρίξαμε μερικούς πυροβολισμούς προς τα βαγόνια χωρίς να μας απαντήσουν. Διέταξα να παύσουν το πυρ και προχωρήσαμε να καταλάβουμε την αμαξοστοιχία. Οι μηχανοδηγοί και θερμαστές δεν είχαν πάθει τίποτα, εκτός από έναν που είχε σπάσει το χέρι του. Μας είπαν ότι στο τελευταίο βαγόνι ήταν επτά γερμανοί, φρουρά της αμαξοστοιχίας. Η αμαξοστοιχία έπαιρνε 40 περίπου φορτηγά βαγόνια με άγνωστο σ’ αυτούς φορτίο.

Προχωρήσαμε στο τελευταίο βαγόνι επιφυλακτικά, αλλά το βρήκαμε τελείως άδειο, οι Γερμανοί είχαν φύγει, και όπως μάθαμε αργότερα, ακολουθώντας τη σιδηροδρομική γραμμή έφτασαν στο σταθμό του Δαδιού. Τέλος αφού δεν υπήρχε κανείς κίνδυνος, προσπαθήσαμε να ανοίξουμε τα βαγόνια, αλλά δεν μπορέσαμε, δεν είχαμε κατάλληλα εργαλεία. Μόνο ένα ανοίξαμε, που είχε γαλέτες, πήρε ο καθένας όσες μπορούσε-αν επιμέναμε θα μπορούσαμε να ανοίξουμε και άλλα- αλλά όλοι σχεδόν βιαζόμασταν να φύγουμε μη τυχόν και έρθουν από το Δαδί και μας μπλοκάρουν.

Εκεί υπήρχε ένα δαδιώτικο μαντρί και πήραμε αγκαλιές πουρνάρια, τις τοποθετήσαμε σε μερικά βαγόνια και βάλαμε φωτιά. Πήραμε μαζί μας και τους Έλληνες μηχανοδηγούς και θερμαστές και τραβήξαμε το δρόμο προς τη Βελίτσα. Τεράστιες φλόγες μας φώτιζαν στο δρόμο. Η αμαξοστοιχία κάηκε ολόκληρη, καθώς και οι τραβέρσες, μόνο ο σιδερένιος σκελετός έμεινε. Μετά από αυτό το σαμποτάζ οι τρεις φύλακες ακολούθησαν το αντάρτικο, βγήκαν στο βουνό.

Στο δρόμο προς τη Βελίτσα μας συνάντησε σύνδεσμος ο οποίος είχε σταλεί να μας πει (έχοντας μαζί του και σημείωμα) να αναβληθεί το σαμποτάζ για την άλλη βραδιά που θα γινόταν επίθεση και κατά του σιδηροδρομικού σταθμού Δαδιού. Πίσω στο ίδιο σημείωμα απάντησα ότι το σαμποτάζ έγινε και το τραίνο καίγεται . Είπαμε στο σύνδεσμο ό,τι πληροφορίες είχαμε για τους Γερμανούς της περιοχής μας κι έφυγε.

Προς το βράδυ της 14ης Απριλίου έστειλα άλλο σύνδεσμο στην οργάνωση Δαδιού με την πληροφορία ότι ουδεμία προσπάθεια έγινε για τον καθαρισμό της γραμμής και η γνώμη μου είναι πως για τη νύχτα που σχεδιάζεται να γίνει το σαμποτάζ στο Σιδηροδρομικό Σταθμό Δαδιού, είναι αδύνατο να κινηθεί γερμανικός στρατός με τρένο, από την πλευρά του Κηφισοχωριού. Μόνο με αυτοκίνητο μπορούσαν να πλησιάσουν.

Το ερώτημα είναι, γιατί αναβλήθηκε η επίθεση κατά του σιδηροδρομικού σταθμού στις 13 Απριλίου και έγινε άλλο βράδυ; Σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες, δεν συμφωνούσε ο Βασίλης Καθούλης, φοβούμενος τα αντίποινα και γιατί δεν είχε ενημερωθεί εγκαίρως. Γι’ αυτό και δεν έστειλε τον εφεδρικό ΕΛΑΣ Αμφίκλειας στο σαμποτάζ της Παλαβίτσας.

Το άλλο βράδυ έγινε η επίθεση κατά του σιδηροδρομικού σταθμού του Δαδιού. Κατελήφθη ο σταθμός και το μηχανοστάσιο. Τις προσβάσεις της ανατολικής πλευράς του Δαδιού φύλαγε μία μικρή ομάδα μονίμου ΕΛΑΣ και οι εφεδροελασίτες της Βελίτσας με επικεφαλής όλων, τον νεοκαταταγέντα Καλλία. Εμείς δεν λάβαμε μέρος στην επιχείρηση αυτή, γιατί απ’ το μεσημέρι είχε επιστρέψει ο καθένας στο χωριό του. Ακούγαμε μόνο τους πυροβολισμούς και το γδούπο, διότι οι αντάρτες, αφού έγιναν κύριοι του σταθμού, με τη βοήθεια των εκεί σιδηροδρομικών υπαλλήλων, συναρμολογούσαν μέρος των εκεί υπαρχόντων βαγονιών. Τα κοτσάριζαν κοντά σε μηχανές, έδενα τη σφυρήχτρα των μηχανών να σφυράει και τα άφηναν να κυλούν από Δαδί προς Κηφοσοχώρι. Αυτά έρχονταν και συνατούσαν την καμένη αμαξοστοιχία στην Παλαβίτσα και, όπως ένα μέρος αυτής ήταν μέσα στην τρανσέρα, συγκρούονταν με πάταγο και σφήνωναν. Έτσι έστειλαν επτά μηχανές και πολλά βαγόνια, αφού δεν υπήρχαν κι άλλα για να στείλουν. Μέσα στην τρανσέρα είχε γίνει ένα τέτοιο σφήνωμα μεταξύ τους και στους βράχους, ώστε διεκόπη η συγκοινωνία για δώδεκα ημέρες. Τόσες χρειάστηκαν τα συνεργεία για να καθαρίσουν την τρανσέρα και να διορθώσουν τη γραμμή «Παλαβίτσα- Σταθμός Δαδιού». Ήταν το μεγαλύτερο σαμποτάζ στην περιφέρειά μας.

Ο Ρόμελ στην Αφρική – Το σαμποτάζ του στέρησε πολύτιμα εφόδια
Μετά από τα σαμποτάζ του Γοργοπόταμου, της Παλαβίτσας, της Αμφίκλειας και του Κούρνοβου, οι μικροπωλητές στην Αθήνα, αφού πρώτα διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, πρόσθεταν με ειρωνικό τόνο τη φράση «αγάντα Ρόμμελ!», δηλαδή «βάστα Ρόμμελ» (μέχρι να λάβεις τη βοήθεια), που βέβαια θα έφτανε με πολύ μεγάλη καθυστέρηση ή και καθόλου, λόγω των σαμποτάζ.

Ύστερα από λίγες ημέρες, ο ιταλικός στρατός μπήκε στη Βελίτσα, τη λεηλάτησε και την έκαψε ως αντίποινα για το σαμποτάζ στην Παλαβίτσα. Οι Ιταλοί πυροβολώντας αδιάκριτα, σκότωσαν τους εξής Βελιτσιώτες:
Γαζή Χρήστο του Ανδρέα
• Καπερώνη Ιωάννη του Κωνσταντίνου
• Τριφύλλη Καλλιόπη του Ιωάννου
• Σταφυλά Παναγιού
• Γαλάνη Γιάννη, δάσκαλο, πολύ καλό συναγωνιστή και άνθρωπο με σπάνια χαρίσματα.

Πριν κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο, πρέπει να επισημάνω ότι ορισμένοι συναγωνιστές κάνουν σύγχυση ανάμεσα στο σαμποτάζ που περιγράφω πιο πάνω και σ’ ένα άλλο που έγινε λίγο αργότερα πάλι στην Παλαβίτσα, αλλά περίπου ένα χιλιόμετρο παρακάτω, προς το Κηφισοχώρι, στο οποίο, όμως, η αμαξοστοιχία έπεσε προς την πλευρά του Μοδιού.
Για το πρώτο σαμποτάζ της Παλαβίτσας έχουν δημοσιεύσει:
1. Ο Λουκάς Παπαϊωάννου από τη Γλούνιστα (Δρυμαία) στο τεύχος 41 του περιοδικού Εθνική Αντίσταση
2. Ο Γεώργιος Μίντζας στο βιβλίο του Η Ελάτεια στην Εθνική Αντίσταση, Αθήνα 1983, σελ. 19
3. Ο Θεμιστοκλής Καραγεώργος στο περιοδικό Εθνική Αντίσταση, τεύχος 95, Απρ Μάϊ Ιούν 1997, σελ. 39-50
4. Ο Ανέστης Ψυχογιός στο περιοδικό Εθνική Αντίσταση, τεύχος 105, Γενάρης Μάρτης 2000, σελ. 72
5. Ο Αλέκος Δρούκαλης, στην εφημερίδα Αμφίκλεια, Μάρτιος Απρίλιος 1986, σελ 1 & 2, ο οποίος, όμως, σαφώς κάνει σύγχυση, γιατί τα περισσότερα απ’ όσα αναφέρει ανταποκρίνονται στο 2ο σαμποτάζ της Παλαβίτσας, κατά το οποίο πράγματι το τραίνο έπεσε πάνω στην πλευρά του Μοδιού και η μηχανή στάθηκε όρθια. Ήταν μέσα λίγοι Ιταλοί, σκοτώθηκε ένας Γερμανός κλπ.
6. Ο Παν. Κολοτούρος στην εφημερίδα Παλαιοχώρι Δωριέων, αρ. φύλλου 65, Μάρτ Απρ 1997, σελ. 5, ο οποίος επίσης κάνει σύγχυση μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου σαμποτάζ της Παλαβίτσας και επί πλέον γράφει και το λάθος ότι η αμαξοστοιχία ανέβαινε από το Κηφισοχώρι προς το Δαδί, ενώ είχε συμβεί το αντίστροφο και στα δύο σαμποτάζ. Μόνο που κατά το πρώτο φροντίσαμε να πέσει προς την πλευρά του Παρνασσού, ενώ κατά το δεύτερο άλλη ομάδα συναγωνιστών με επικεφαλής τον Αχιλλέα Δρούκαλη (εγώ δεν ήμουν εκεί)φρόντισε να τη ρίξει προς την μεριά του Μοδιού.

Το ίδιο λάθος κάνει και ο Νικηφόρος στο βιβλίο του Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης, τομ. 2, σελ. 278, Αθήνα 1965. Γράφει δηλαδή ότι η αμαξοστοιχία ανέβαινε από την Αθήνα προς τη Λαμία, ενώ στην πραγματικότητα συνέβαινε το αντίστροφο.
Όλως παραδόξως κανένας δεν κάνει διαχωρισμό μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου σαμποτάζ της Παλαβίτσας, απλά και μόνον αναφέρονται στο πρώτο ή παρουσιάζουν έναν συμφυρμό των όσων διαδραματίστηκαν στο πρώτο και το δεύτερο. Επιχειρήθηκε αργότερα και τρίτο σαμποτάζ μεταξύ Κηφισοχωρίου και Αγ. Παρασκευής από ομάδα υπό τον Βασίλειο Λαμπριντζή με εκρηκτήρα Μπουλανζέ, αλλά η έκρηξη έγινε μετά το πέρασμα της αμαξοστοιχίας.

Από το Περιοδικό «Λαϊκή Αναγέννηση – Ιστορία, Λαογραφία, Πολιτισμός, τεύχος 21, περίοδος Γ’ Οκτώβρης-Δεκέμβρης 2009, σελ. 12-15

Βιογραφικό
Γεννήθηκα το 1911, στο Μόδι Λοκρίδας. Αφού τελείωσα το δημοτικό σχολείο του χωριού μου, φοίτησα στο τριτάξιο Σχολαρχείο της Βελίτσας.

Στη συνέχεια πέτυχα στο πεντατάξιο πρότυπο Μαράσλειο Διδασκαλείο με υποτροφία. Όταν πήρα το πτυχίο του Δασκάλου διορίστηκα στην εκπαιδευτική περιφέρεια Κιλκίς. Μετά από εργασία ενάμιση έτους, διέκοψα την εκπαιδευτική μου υπηρεσία και κατατάχθηκα στο στρατό, για να υπηρετήσω τη στρατιωτική μου θητεία. Με επέλεξαν ως έφεδρο αξιωματικό του Συντάγματος Σιδηροδρόμων. Επανήλθα στην εκπαίδευση μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών μου υποχρεώσεων.

Έλαβα μέρος στον Αλβανικό πόλεμο, ως Διοικητής Λόχου με το βαθμό του υπολοχαγού. Κατά την Κατοχή συμμετείχα στην Εθνική Αντίσταση, αρχικά ως Στρατιωτικός Υπεύθυνος του εφεδρικού ΕΛΑΣ της περιοχής Κάτω Κοιλάδας Κηφισού, κατόπιν ως καπετάνιος της Διοίκησης Λοκρίδας, ύστερα ως Διοικητής Λόχου και τέλος ως καπετάνιος του Τάγματος Λοκρίδας. Μετά την απελευθέρωση και στα Δεκεμβριανά προωθήθηκα στο Επιτελείο της 13ης Μεραρχίας. Κατά τον εμφύλιο πόλεμο, διώχθηκα και εξορίστηκα στη Μακρόνησο. Έπειτα επανήλθα στην εκπαιδευτική υπηρεσία και κατά την περίοδο της Χούντας υποχρεώθηκα σε παραίτηση, με αποτέλεσμα να στερηθώ τον καταληκτικό βαθμό του κλάδου και την αντίστοιχη σύνταξη.

Διετέλεσα πρόεδρος της Κοινότητας Κάτω Τιθορέας κατά την τετραετία 1986-1990, και πρόεδρος των μελισσοκόμων της περιφέρειας επί δεκαετία. Διετέλερσα και συνεχίζω να είμαι μέχρι σήμερα, Πρόεδρος του Παραρτήματος ΠΕΑΕΑ Αμφίκλειας από την ίδρυσή του (20 περίπου χρόνια).

Όπως έμαθα εκ των υστέρων, ο Λουκάς Καράφλας πήγε στο σταθμό Κάτω Τιθορέας κι έβαλε ένα κλειδί μέσα σε ένα σακί με άχυρα, το φόρτωσε σ’ ένα γαϊδουράκι, το έδωσε στον ανιψιό του Θόδωρο Κυριακάτη, ανυποψίαστο παιδάκι 9-10 ετών τότε, και του είπε να το πάει στη Βελίτσα. Είχε την πεποίθηση ότι δεν θα το υποπτευθούν οι Ιταλοί. Βγαίνοντας, όμως, ο μικρός από το Κηφισοχώρι τον περίμενε ο Καράφλας και πήρε το σακί με τα άχυρα, μαζί με το κλειδί. Το τέχνασμα αυτό το έκανε, γιατί μέσα στο Κηφισοχώρι υπήρχαν στρατεύματα κατοχής και φοβόταν μήπως τον ελέγξουν οι Ιταλοί κατά την έξοδό του από το χωριό. Το κλειδί αυτό το ήθελε για να αναπληρώσει αυτό που μας είχε δώσει.

Το σημείωμα δεν έχει διευκρινισθεί από πού ακριβώς εστάλη: απ’ τον υπεύθυνο του ΕΑΜ Δαδιού Βασίλη Καθούλη ή από το αρχηγείο Παρνασσού.