![]() |
Ο Γιώργης Πίτσος ή Καρατζίκας που απεικονίζεται, ήταν μανάβης και καλλιεργητής από το Δίστομο. Γυρνούσε με το γαϊδουράκι του και πουλούσε την πραμάτεια του : ''Ντομάτα, αγγούρι και μακριά απ' το γαϊδούρι'', όπως χαρακτηριστικά έλεγε ( φωτό του 1960 από το Distomoblogspot) |
...λάβαμε από φίλους από το Δίστομο και αναδημοσιεύουμε...
Του ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ (ΘΕΜΗ) ΠΙΤΣΟΥ*
«Διακόσιοι είκοσι οκτώ (228) είναι οι συγχωριανοί μας Διστομίτες που στις 10/6/1944 βρήκαν τραγικό θάνατο από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Ενα από τα πιο άγρια εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας από τους Ναζί Γερμανούς.Πολύ αίμα. Πολύ μίσος. Ξεκοιλιάσματα , σφαγμένα μωρά, παιδιά, γέροι, έγκυες, κατάκοιτοι..Δεν τα χωράει ανθρώπου νους τα εγκλήματα ...
Πολλοί όμως είναι και εκείνοι που κατόρθωσαν, έτυχε μάλλον, να γλυτώσουν από τα γερμανικά βόλια και τις ξιφολογχες και ανάμεσα σε αυτούς και η οικογένεια του παππού μου. Παραθέτω παρακάτω την μαρτυρία του όπως μου τη διηγήθηκε ο πατέρας μου δεκάδες φορές. Ο πατέρας μου Γιάννης Πίτσος , στη Σφαγή ήταν 11 χρονών και ζούσε με τους γονείς του και τα τρία αδέλφια του στο πατρικό τους σπίτι που ήταν στις παρυφές του λόφου Κούκου στη περιοχή Άγρεμα.
Τον πατέρα του και παππού μου , το Γιώργη τον Καρατζίκα , τον θυμούνται όλοι στο χωριό. Άνθρωπος απλός , εργατικός μανάβης , που κάθε μέρα με το γαϊδουράκι του γυρνούσε τις γειτονιες του χωριού και πουλούσε την πραμάτεια του με κηπευτικά από τα κτήματά μας στις Τσέρες (μεταξύ Λιβαδειας-Διστομου) που καλλιεργούσε και βιοποριζόταν η οικογένειά του.
Την ημέρα της Σφαγής ήταν με τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια του πατέρα μου, τον Τάσο και τον Στάθη στα κτήματά μας στις Τσέρες , όπου είχαν θερίσει κουκιά και τα αλώνιζαν με τα άλογά τους.
Είχαν σηκωθεί από το χάραμα και κατά τις δέκα η ώρα όταν ζέστανε η μέρα σταμάτησαν και αφού ξέζεψαν τα άλογα και κολάτσισαν με ότι τους είχε βάλει στο ταγάρι η γιαγιά μου, ξάπλωσαν κάτω από μια γκορτσιά να ξεκουραστούν για λίγο και στη συνέχεια να καταπιαστούν με το μάζεμα των κουκιών πού 'χαν αλωνίσει .
Δεν πέρασε πολύ ώρα και τους ξύπνησαν οι φωνές του παππού που του έλεγε να σηκωθούν και να μαζέψουν γρήγορα τα πράγματά τους και τα ζώα και να φύγουν γιατί στον ύπνο του μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, παρουσιάσθηκε ένας γέροντας γενειοφόρος και του είπε: ‘’Γερο-Γιώργη πάρε τα παιδιά και φύγετε αμέσως γιατί θά 'ρθουν οι Γερμανοί να σας σκοτώσουν.’’ .
Οι θείοι μου δεν πήραν τα λόγια του στα σοβαρά και άρχισαν να τον πειράζουν λέγοντάς τον κιοτή και αλαφροΐσκιωτο.
Δεν πέρασε όμως πολύ ώρα και άκουσαν όλμους να πέφτουν στα απέναντί τους μαντριά. Ήταν ο λόχος των Γερμανικών Ες –Ες που πρωί - πρωί είχε φύγει από την Λειβαδιά είχε φθάσει στον Καρακόλιθο και είχε αρχίσει να εκτελεί το προαποφασισμένο έργο τους.
Ο συγγραφέας και ιστορικός Τάκης Λάπας (με καταγωγή από Λιβαδειά και Δίστομο) στο Χρονικό της Σφαγής που έγραψε, αναφέρει σχετικά : ‘’Καθώς έρχονταν α π ’ τη Λειβαδιά, μόλις περάσανε το χάνι του Καρακόλιθου, μεσοστρατίς, αρχίσανε κι αυτοί να ντουφεκάνε προς όλες τις μεριές. Κι ενώ οι άλλοι είχαν περιοριστεί στα ζωντανά τούτοι δεν κάνανε καμμιά εξαίρεση. Ρίχνανε και καταπάνω στους ανθρώπους. Τίποτα δεν γλύτωνε απ ’ τα βόλια τους. ‘’
Μόλις οι θείοι μου και ο παππούς άκουσαν τους πρώτους πυροβολισμούς έζεψαν τα άλογα και κατηφόρισαν προς το ποτάμι όπου τους έκρυβαν τα δέντρα από τους Γερμανούς και πήραν τον δρόμο προς την Δαύλεια. Κατάλαβαν τότε ότι το ένστικτο προστασίας του πατέρα τους είχε λειτουργήσει σωτήρια.
Αν έμεναν στο χωράφι σίγουρα θα τους έβλεπαν οι Γερμανοί και θα τους σκότωναν. Στο Δίστομο επέστρεψαν τη επομένη της σφαγής, όλο το βράδυ αγωνιούσαν για την υπόλοιπη οικογένεια που είχε μείνει στο χωριό καθώς δεν μπορούσαν νάχουν νέα τους .
Τον γέροντα που εμφανίστηκε στο όνειρό του , ο παππούς μου τον προσομοίασε με τον ¨Οσιο Λουκά καθόσον μάλιστα τα κτήματα που είχαμε στις Τσέρες ανήκαν στο Μοναστήρι του Οσίου Λουκά και τα οποία μοίρασε στους ακτήμονες Διστομίτες το 1925 ο Βενιζέλος.
Στο χωριό όμως είχαν παραμείνει η γιαγιά μου η Διαμάντω ,ο πατέρας μου και η αδερφή του. Την ώρα της Σφαγής κρύφτηκαν στο κατώι του σπιτιού τους και ο πατέρας μου κρυφοκοίταζε έξω από κάποια τρύπα που υπήρχε στην πόρτα. Νωρίτερα, το πρωί και πριν ακόμα αρχίσει η Σφαγή , πέρασαν έξω από το σπίτι μερικοί Γερμανοί που ανέβηκαν στον Κούκο και εγκατέστησαν ένα φυλάκιο στη περιοχή της Κυλήστρας ( πρόποδες Κούκου). Οι στρατιώτες αυτοί ζήτησαν από τη γιαγιά μου και αυτή τους έδωσε νερό.
Ο Τάκης Λάπας στο Xρονικό της Σφαγής σχετικά με τα φυλάκια αναφέρει :
Σύγχρονα στείλανε αρκετή δύναμη και τοποθέτησε φυλάκια στους γύρα λόφους του Διστόμου. Στην Κούλια, στον Ά η-Λιά, στο Κάστρο και στο καταρράχι του Κούκου. Κι έτσι σχεδόν περιτρυγύρισαν το χωριό και για προειδοποίηση και φόβο ακούστηκαν α π ’ τα φυλάκια και μερικές «ριπές» πολυβόλου.
Οταν άρχισε η Σφαγή πολλοί πυροβολισμοί ακούγονταν στην γειτονιά. Όπως μαθεύτηκε αργότερα ένας Γερμανός είχε πάρει στην σειρά τα σπίτια και σκότωσε πάνω από είκοσι συγχωριανούς,
Την ώρα εκείνη έτυχε να περάσει έξω από το σπίτι του πατέρα μου ένα μουλάρι τραυματισμένο το οποίο γέμισε το πλακόστρωτο της αυλής με αίματα και στη συνέχεια προχώρησε κάποια μέτρα πιο πάνω και ξεψύχησε . Το άμοιρο ζώο δε γλύτωσε ούτε και αυτό από τη από τη μανία των ανθρωπόμορφων τεράτων του φασισμού. Τα αίματα του μουλαριού που είδε ο Γερμανός, που ήταν έτοιμος να μπεί στο σπίτι του παππού μου καθώς και οι φωνές απο το φυλάκιο των στρατιωτών που ήταν εγκατεστημένο στις παρυφές του Κούκου τους έσωσαν .
Οι Γερμανοί από το φυλάκιο είχαν δεί τη γιαγιά μου και τα δύο παιδιά της να κρύβονται στο κατώι που θέλοντας να ανταποδώσουν την καλοσύνη της για το νερό που τους είχε δώσει νωρίτερα φώναξαν στο στρατιώτη kaput. Τον έπεισαν έτσι ότι έχουν σκοτώσει αυτούς που ζούσαν σε αυτό το σπίτι που είχε ως αποτέλεσμα να μην μπει μέσα αλλά να συνεχίσει το άγριο έργο του στο επόμενο σπίτι όπως του επίτασσε η ιδεολογία του και το ζωώδες ένστικτό του.
Φαίνεται όμως ότι το νερό της γιαγιάς μου λειτούργησε ευεργητικά και ξεδίψασε τους Γερμανούς οι οποίοι το ξεπλήρωσαν χαρίζοντάς σε αυτή και στα δύο παιδιά της τη ζωή τους.
Την άλλη μέρα ήρθε ο παππούς στο χωριό και συναντήθηκε όλη η οικογένεια που σώθηκε χάρη στη βοήθεια του θεού, όπως έλεγαν .
Κατά της σφαγής μνημονεύονται αρκετές τέτοιες ιστορίες που κάποιοι Γερμανοί στρατιώτες έσωσαν Διστομίτες, υπήρχαν βλέπετε ανάμεσά τους και άνθρωποι».--
* Ο Θεμιστοκλής Πίτσος είναι συνταξιούχος τραπεζικός, τ. Δημοτικος Σύμβουλος του Δήμου Διστόμου.





























