Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Γιώργος Στενός: Έτσι έζησα τα χρόνια της ιταλικής κατοχής

 ....αναδημοσίευση από το ert.gr...

Γεννήθηκε το 1932 τις Ράχες Ικαρίας και έμεινε στο νησί τα δύσκολα χρόνια της κατοχής. Ο Γιώργος Στενός θυμάται την καθημερινότητα της πείνας, των αντιστασιακών ενεργειών και της φυγής στην προσφυγιά και μας τα διηγείται.


-Εκείνα τα χρόνια μείνατε στην Ικαρία, από το κύμα φυγής προς τα μικρασιατικά παράλια, τι γνωρίζετε;

-Τις βάρκες τις είχαν μαζέψει οι Ιταλοί στον Εύδηλο και τις φύλαγε σκοπός γιατί ήξεραν ότι αν έφευγαν νέοι άντρες θα πήγαιναν να καταταγούν για να τους πολεμήσουν. Τα βράδια που δεν είχε φεγγάρι, βουτούσαν νέοι στη θάλασσα και έκοβαν τους κάβους σε όσες βάρκες δεν τις είχαν οι Ιταλοί στη στεριά και τις έκλεβαν για να γίνει η διαφυγή και τις έκρυβαν.





To Μαύρο Ακρωτήρι – φωτο: www.tripinview.com/el
Στην περιοχή του Αρμενιστή υπήρχε ιταλικό φυλάκιο με 3-4 στρατιώτες, πώς να φυλάξουν όλη την κοντινή ακτογραμμή;
Έτσι έφευγε ο κόσμος και ένα σημείο διαφυγής ήταν το «Μαύρο Ακρωτήρι», ανάμεσα στον Αρμενιστή και το Να. Έφυγε ο θείος μου Θοδωρής Παπασιμάκης με άλλους 12 για να πάνε στο στρατό της Μέσης Ανατολής, αλλά τους εντόπισαν γερμανόφιλοι Τούρκοι και τους σκότωσαν και τους 13. Έφυγαν γιατί είχαν πολεμήσει τους Ιταλούς και δεν τους ανέχονταν ως κατακτητές.

-Τι θυμόσαστε από εκείνα τα χρόνια;

-Εγώ τότε που ήμουν μικρός, άκουγα διηγήσεις από τους βαρκάρηδες, ότι οι Γερμανοί αν τους πήγαινε Τούρκος ταυτότητα Έλληνα σε στρατεύσιμη ηλικία, ότι δηλαδή τον σκότωσε και την πήρε, του έδιναν χρήματα σαν επιβράβευση που γλίτωσαν από έναν αντίπαλο.
Αργότερα έφυγε και η θεία μου Χρυσάνθη Στενού με δύο παιδιά ένα τριών και ένα ενός ετών, ήταν σύζυγος του Θοδωρή Παπασιμάκη και πίστευε ότι ίσως τον συναντούσε, δεν ήξερε ότι τον είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι.

Πλήρωσε ναύλα τρεις κατσίκες στους βαρκάρηδες, τα κατοχικά λεφτά, όταν υπήρχαν και αυτά, δεν είχαν καμία αξία. Βρέθηκε στις Πηγές του Μωυσέως, δούλεψε και μάζεψε και κάτι λίρες από το ράψιμο, εκεί πήγε σχολείο και το μικρό.

Βαρκάρηδες θυμάμαι ήταν ο Ιωάννης Πορρής, ο Γιώργος Κασσώτης, ο Καστάνης Κασσώτης και ο Βασίλης Κόχυλας. Ο Κόχυλας μετά σκότωσε Γερμανούς σε επιταγμένο καΐκι που τον είχαν πλήρωμα και πέρασε απέναντι, κατατάχτηκε μαζί με τον καπετάνιο Φώτη Σπανό στους Εγγλέζους και με ειδικά διαμορφωμένα καΐκια που ήταν πολύ γρήγορα έκαναν δολιοφθορές στον κατακτητή, έφερναν στα κρυφά τρόφιμα στα νησιά για να επιβιώσει ο κόσμος, είχαν κατασκοπευτική δραστηριότητα και γενικά έκαναν καταδρομικές επιχειρήσεις.

Το παρατσούκλι του Κόχυλα ήταν Μπούης και ήταν χειροδύναμος και ατρόμητος, δεν φοβόταν να μπει σε καυγά, ήταν αυτό που λέμε τσαμπουκάς, κάποτε πήγε να σφάξει έναν Ιταλό στρατιώτη που τους εντόπισε, αλλά τελικά οι άλλοι του διέλυσαν του Ιταλού το όπλο και πήγαν το ουραίο σε μακρινή απόσταση και τον άφησαν να ζήσει.

Ο Ιταλός δεν ανέφερε το περιστατικό στη μονάδα του, που αν το έκανε θα γινόταν αναταραχή μεγάλη. Γενικά στους 10 Ιταλούς, ο ένας ήταν φασίστας και κακός. Σε μία αποστολή, τους δικούς μας τους πυροβόλησαν οι Τούρκοι και γύρισε η βάρκα με νεκρούς τον Τσαντίρη Γιώργο και έναν Κουτούφαρη. Ζωντανοί ήταν ο Κόχυλας και ο γιός του Τσαντίρη ο Βαγγέλης.
Μετά ζητήθηκε από τους Ιταλούς άδεια ταφής για τους δύο και χάλασαν τον κόσμο που ζητούσαν να μάθουν ποιοι και πως τους έφεραν πίσω στην Ικαρία.




«Άγιοι Ανάργυροι», βάρκα που με καλή συντήρηση διασώζεται από εκείνα τα χρόνια – έκανε ταξίδια μεταφοράς προσφύγων από την Ικαρία στην Τουρκία.
-Μαθαίνατε νέα από όσους είχαν φύγει;

-Πού και πού μαθαίναμε νέα από όσους είχαν φύγει «απέναντι», ενώ θυμάμαι ότι στον Ιερό Λόχο είχε υπηρετήσει ο Βαγγέλης Γιάκας.
Γενικά το φευγιό συνεχίστηκε μέχρι το 1943, υποφέραμε από την πείνα, μας κρατούσαν κάπως τα κηπευτικά μας, ξεραίναμε κολοκύθια,μελιτζάνες, πατάτες και όταν ερχόταν η ώρα του μαγειρέματος τα μουλιάζαμε, κάπως σαν τον πουρέ της πατάτας σήμερα.

-Άρπαζαν τρόφιμα οι Ιταλοί;

-Οι Ιταλοί αν εκτιμούσαν ότι είχες επαρκή αριθμό προϊόντων σου έπαιρναν και για αυτούς, έτσι μερικοί έκρυβαν λάδι, σταφίδες, κλπ για να μην τα στερηθεί η οικογένειά τους.
Κάποια στιγμή ο πατέρας μου με άλλους έφτιαξαν μία βάρκα στις όχθες του Χάλαρη (χείμαρρος) και την κουβάλησαν και την έκρυψαν. Μετά με αυτή πήγαν στη Μύκονο διάφορα προϊόντα και γύρισαν με άλλα. Στο δεύτερο ταξίδι οι Μυκονιάτες τους ειδοποίησαν ότι προδόθηκαν, έτσι γύρισαν στην Ικαρία, όπου τους περίμεναν οι Ιταλοί, αλλά πρόλαβαν και κρύφτηκαν και γλίτωσαν, μόνο τη βάρκα πήραν οι Ιταλοί.
Αργότερα ξαναπήραν τη βάρκα οι δικοί μας και μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών πήγαν στη Λέρο και έφεραν λάφυρα. Θυμάμαι ότι από λάστιχα αυτοκινήτων που είχαν φέρει κόβαμε κομμάτια και φτιάχναμε παπούτσια, ενώ εμένα από κάτι μουσαμάδες, μου είχαν φτιάξει ένα παντελόνι.

Συνέντευξη & φωτο: Νάσος Μπράτσος

Η συνέντευξη είναι από προδημοσίευση υλικού από τη Β’ και εμπλουτισμένη έκδοση του βιβλίου «Αιγαιοπελαγίτες  πρόσφυγες στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο», Εκδόσεις «Νότιος Άνεμος», ISBN 978-960-9511-56-8.

Διαβάστε στο ert.gr:
Σάββατο 11 Αυγούστου 2018: Μαρίκα Λουρίδα: Το προσφυγικό ταξίδι του 1942 για την Αιθιοπία
Κυριακή 12 Αυγούστου 2018: Γεωργία Τσαγκά: Πρόσφυγας τριών ετών το 1942