Του Δημήτρη Φλυτζανή, Προέδρου της Ένωσης Εργαζομένων Βενιζελείου
Η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας να απορρίψει την επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους κλείνει έναν δικαστικό δρόμο. Δεν κλείνει όμως το κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα.
Το ΣτΕ δεν είπε ότι η επαναφορά των δύο μισθών είναι αντισυνταγματική. Έκρινε ότι το Σύνταγμα και το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν υποχρεώνουν την πολιτεία να τους επαναφέρει. Άρα η μη επαναφορά τους παραμένει πολιτική επιλογή.
Οι δύο μισθοί καταργήθηκαν το 2012, στο πλαίσιο των μνημονιακών περικοπών. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, παραμένουν κομμένοι. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πλέον γιατί κόπηκαν μέσα στην κρίση. Είναι γιατί δεν επέστρεψαν όταν η κρίση τελείωσε.
Και εδώ υπάρχει διαχρονική πολιτική ευθύνη. Από τις κυβερνήσεις που διαχειρίστηκαν τα μνημόνια μέχρι τις κυβερνήσεις της μεταμνημονιακής περιόδου, καμία δεν προχώρησε στην πλήρη αποκατάσταση του 13ου και του 14ου μισθού.
Η σημερινή κυβέρνηση, παρά τα χρόνια ανάπτυξης και τις διακηρύξεις περί δημοσιονομικού χώρου, επέλεξε επίσης να μην τους επαναφέρει. Αυτό είναι το πολιτικό γεγονός. Γιατί άλλο «δεν υποχρεούμαι» και άλλο «δεν μπορώ». Η πολιτεία μπορεί να τους επαναφέρει. Το ζήτημα είναι αν θέλει.
Και η Ευρώπη δείχνει ότι υπάρχουν και άλλες επιλογές. Στην Πορτογαλία οι δημόσιοι υπάλληλοι εξακολουθούν να αμείβονται με 14 πληρωμές τον χρόνο, ενώ στην Ισπανία προβλέπονται δύο έκτακτες ετήσιες πληρωμές. Οι αντίστοιχες παροχές που είχαν ανασταλεί κατά την κρίση αποκαταστάθηκαν. Σε άλλες χώρες, όπως η Ιταλία, η Γερμανία και το Βέλγιο, υπάρχουν 13η αποδοχή ή ετήσιες ειδικές καταβολές στον δημόσιο τομέα.
Άρα η κατάργηση δύο μισθών δεν είναι οικονομικός νόμος. Είναι πολιτική επιλογή. Και σήμερα αυτή η επιλογή γίνεται ακόμη πιο προκλητική. Γιατί ο εργαζόμενος ζει στην πραγματική οικονομία. Πληρώνει ενοίκιο, ρεύμα, τρόφιμα, καύσιμα, σπουδές, υγεία. Η ακρίβεια έχει διαβρώσει το εισόδημά του και δύο επιπλέον μισθοί δεν είναι «ένα επίδομα». Είναι δύο μήνες ζωής.
Και κάπου εδώ πρέπει να τελειώσει η συζήτηση περί «λεφτά δεν υπάρχουν». Το πραγματικό ερώτημα είναι: πού κατευθύνονται τα χρήματα;
Για τον εργαζόμενο ο δημοσιονομικός χώρος εμφανίζεται περιορισμένος. Για εξοπλισμούς και την ενίσχυση της πολεμικής οικονομίας, διευρύνεται. Για ένα κράτος που εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπο με σκάνδαλα και πελατειακές πρακτικές, όπως η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και με απευθείας αναθέσεις, οι πόροι βρίσκονται.
Δεν είναι λοιπόν μόνο θέμα χρημάτων. Είναι θέμα πολιτικών προτεραιοτήτων. Το ίδιο ισχύει και για τη Δικαιοσύνη.
Η Δικαιοσύνη πρέπει να είναι ανεξάρτητη. Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να είναι και ανοιχτή στην κριτική. Δεν χρειάζεται να ισχυριστεί κανείς ότι «η Δικαιοσύνη είναι χειραγωγημένη». Μια τέτοια γενική καταγγελία, χωρίς τεκμηρίωση, αδυνατίζει τη συζήτηση. Υπάρχει όμως ένα εύλογο θεσμικό ερώτημα:
Πώς διασφαλίζεται στην πράξη η ισότητα όταν η μισθολογική προστασία δεν φαίνεται να έχει το ίδιο βάρος για τις τις κατηγορίες εργαζομένων;
Και πώς γίνεται δύο μισθοί να θεωρούνται συμβατοί με την «αξιοπρεπή διαβίωση» όταν το κόστος ζωής έχει εκτοξευθεί;
Αυτά δεν είναι ερωτήματα που μπορεί να τα απαντήσει μόνο ένα δικαστήριο. Είναι πολιτικά ερωτήματα. Και εδώ βρίσκεται η ευθύνη όσων κυβέρνησαν.
Δεν αρκεί να θυμόμαστε ποιος έκοψε τον 13ο και τον 14ο μισθό. Πρέπει να θυμόμαστε και ποιος δεν τους επέστρεψε.
Οι εργαζόμενοι έχουν μνήμη. Θυμούνται τα μνημόνια, τις περικοπές, τις υποσχέσεις και την έξοδο από τα μνημόνια. Βλέπουν σήμερα μια οικονομία που παρουσιάζεται ως ισχυρή, αλλά δύο μισθοί εξακολουθούν να θεωρούνται «πολυτέλεια».
Και η επόμενη κάλπη θα κρίνει και αυτό. Όχι μόνο ποιος υπόσχεται. Αλλά ποιος κυβέρνησε, τι έκανε και ποιες ανάγκες επέλεξε να υπηρετήσει. Γιατί ο 13ος και ο 14ος μισθός δεν είναι προεκλογικό φιλοδώρημα. Είναι εισόδημα των εργαζομένων που αφαιρέθηκε στο όνομα της κρίσης.
Η κρίση τελείωσε. Οι περικοπές έμειναν. Και αυτό δεν είναι νόμος της οικονομίας. Είναι πολιτική επιλογή.
Η απόφαση του ΣτΕ μπορεί να κλείνει έναν δικαστικό δρόμο. Δεν μπορεί να κλείσει τον δρόμο της κοινωνικής και πολιτικής διεκδίκησης.
Γιατί τελικά το ερώτημα είναι μεγαλύτερο από δύο μισθούς: Ποιος πληρώνει την κρίση; Ποιος καρπώνεται την ανάπτυξη; Και ποιον υπηρετεί η οικονομική πολιτική;
Την απάντηση πρέπει και θα τη δώσουν οι εργαζόμενοι.
Το παρόν αποτελεί προσωπική πολιτική παρέμβαση του Προέδρου της Ένωσης Εργαζομένων Βενιζελείου Νοσοκομείου και δεν αποτελεί επίσημη ανακοίνωση ή απόφαση του Σωματείου
